Χούντα δεν γνωρίσαμε. Μόνο αστική δημοκρατία

Της Δήμητρας Μπέη

Οι λέξεις διαθέτουν μια συγκλονιστική υπερδύναμη. Μπορούν να μετουσιωθούν από απλές αράδες αποτυπωμένες σε σκονισμένα λεξικά, σε αγγελιοφόρους της ανθρώπινης σκέψης. Αντικρίζοντας τες, υπό το πρίσμα της δεύτερης ιδιότητάς τους, κάπου στο βάθος διακρίνεται και το υποκείμενο που «παίζει» μαζί τους. Τις παραποιεί, τις προσαρμόζει, τις κόβει, τις μεγαλώνει… Και ενώ είναι παραπάνω από διατεθειμένο να νοηματοδοτήσει κάποιες λέξεις, με τις οποίες δεν νιώθει οικειότητα, ώστε να «ταιριάξουν» σε μια έννοια που βιώνει, άλλο τόσο φοβάται να νοηματοδοτήσει την ίδια την έννοια. Γιατί αυτό θα το οδηγήσει σε λέξεις γνώριμες. Λέξεις που κυριαρχούν στη ζωή του, αλλά που όλοι, όπως και αυτό, αρνούνται να χρησιμοποιήσουν αδυνατώντας να αποδεχτούν ότι συμβιώνουν με αυτές. Γιατί είναι πιο εύκολο, και εύλογα είναι έτσι, να ανατρέξεις στο παρελθόν σου παρά να εξηγήσεις το παρόν σου.

Ο διεθνής σήμερα όρος Χούντα επικράτησε ιστορικά να σημαίνει ομάδες αξιωματικών που συνωμοτούν και καταλαμβάνουν την εξουσία με στρατιωτικό πραξικόπημα μαζί προφανώς με τις κοινωνικές συνέπειες που μια τέτοια διαδικασία επιφέρει. Σίγουρα αυτό που καλούμαστε να αντιμετωπίσουμε σήμερα προσομοιάζει πολύ με την πραγματικότητα του τότε. Ωστόσο δεν θα γίνουμε εμείς οι πρώτοι που δεν μπορέσανε να διακρίνουνε τον εχθρό στο αντίπαλο στρατόπεδο προσδίδοντάς του αναχρονιστικούς ορισμούς. Κάτι τέτοιο θα ήταν ασυμβίβαστο με την αγωνιστική ιστορία που κληρονομήσαμε και μόνο σύγχυση θα προκαλούσε, διερωτώμενοι στο τέλος τί κάναμε λάθος.

Σίγουρα οι απαγορεύσεις «συναθροίσεων» και οι εικόνες αγωνιστών μέσα στο Πολυτεχνείο με τις αύρες απέξω, τις διμοιρίες να εισβάλλουν και τους συλληφθέντες δεμένους πισθάγκωνα στοιβαγμένους μέσα σε κλούβες, μόνο θύμησες εκείνης της εποχής μπορούν να επαναφέρουν. Αυτό που έχουμε όμως απέναντί μας δεν είναι ένα συμβούλιο πραξικοπηματιών (όσο κι αν αντιλαμβανόμαστε το βάρος μιας τέτοιας παρομοίωσης κάθε φορά που τη χρησιμοποιούμε). Είναι το μεγαλύτερο από τα τέκνα της αστικής δημοκρατίας, μια εκλεγμένη κυβέρνηση, όπως και οι προηγούμενες, από ψηφοφόρους που την στήριξαν και συνεχίζουν να το κάνουν. Με μια ατζέντα που διόλου δεν διαφέρει από αυτή των προκατόχων της, με την αστυνομοκρατία, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το ξεπούλημα της δημόσια περιουσίας και τη καταστρατήγηση των εργασιακών κεκτημένων να αποτελούν τα highlights, όπως ακριβώς προστάζει αυτή που τη γέννησε.

Ο εχθρός λοιπόν έχει όνομα και λέγεται αστική δημοκρατία. Και πρέπει να το φωνάξουμε. Γιατί όσο πιο δυνατά το φωνάξουμε τόσο περισσότερο θα συνεχίσει να τρέμει, όπως ήδη κάνει. Γι’αυτό προστρέχει και στο τελευταίο καταφύγιό της, την καταστολή, πετώντας πια την ωραιοποιημένη μάσκα που φορούσε επί δεκαετίες, παρουσιαζόμενη πλέον μπροστά μας με το πραγματικό της πρόσωπο.

Το προβληματικό επομένως, είναι η ίδια της η ύπαρξη ως το κυρίαρχο σύστημα. Ένα σύστημα που θρέφει και θα συνεχίσει να θρέφει Χρυσοχοΐδηδες και απολυταρχισμό την ώρα που ο νεοφιλελευθερισμός και ο καπιταλισμός που την στηρίζουν παρασιτούν πάνω μας. Και αν συνεχίσει να υπάρχει για πολύ ακόμα θα έρθει η στιγμή που η ανελευθερία και η ανέχεια θα είναι το μοναδικό μέλλον που θα ατενίζουμε με το αόρατο χέρι της αγοράς να μας χτυπάει συγκαταβατικά στον ώμο.

infowar