Ιταλικός φουτουρισμός ή ευρωπαϊκές φανφάρες;

Του Wolfgang Streeck

Βρισκόμαστε στα μέσα του Οκτώβρη και ο όγκος των ανολοκλήρωτων υποθέσεων της ΕΕ πολλαπλασιάζεται. Η συμφωνιά για το Brexit για να αποφευχθεί δήθεν ένα άτακτο Brexit βρίσκεται στον αέρα και κανένας δεν ξέρει πότε και αν θα πραγματοποιηθεί. Κανένα σήμα μέχρι στιγμής κάποιου νέου modus vivendi μέσω του οποίου η Βρετανία θα κερδίσει ξανά την πολυπόθητη πλήρη οικονομική της ανεξαρτησία. Στο πεδίο του ασύλου και της μετανάστευσης, όλοι προσποιούνται πως περιμένουν από την Γερμανία να σκαρφιστεί κάποιο σχέδιο που θα είναι αποδεκτό από όλους, συμπεριλαμβανομένων και των Γερμανών ψηφοφόρων. Τίποτα δεν φαίνεται στον ορίζοντα και πως θα μπορούσε άλλωστε; Και όσο για το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, δήθεν την «Νέα ΕΕ» που διαφημιζόταν ως η κοινή ευρωπαϊκή απάντηση στον κορονοϊό, ούτε καν έχει περάσει από το ευρωπαϊκό κοινοβούλιο. Επιπλέον, η νομιμότητά του βάσει των ευρωπαϊκών συνθηκών παραμένει θολή. Κανείς δεν ξέρει πως θα μαζευτούν τα λεφτά, ούτε φυσικά το πως θα ξεπληρωθεί το νέο πανευρωπαϊκό χρέος μετά το 2027 (πιθανότατα με ένα νέο χρέος). Επιπλέον, παραμένει αδιευκρίνιστο το πως και από ποιον ακριβώς θα ελεχθούν τα προγράμματα στα οποία τα κράτη μέλη υποτίθεται ότι θα πρέπει να επενδύσουν το μερίδιό τους, και κυρίως το πότε το ζεστό χρήμα θα φτάσει επιτέλους στα εθνικά κεφάλαια.

Και τώρα, το κερασάκι στην τούρτα, το δεύτερο κύμα. Η Γαλλία και η Ισπανία έχουν πληγεί περισσότερο από κάθε άλλη χώρα, ακολουθούνται σιγά σιγά όμως από την Τσεχία και τη Γερμανία. Με τα ευρωπαϊκά κονδύλια να διατίθενται το νωρίτερο σε ένα χρόνο, πως οι χώρες θα σώσουν τον εαυτό τους και τις οικονομίες τους εάν η καταστροφή των πρώτων έξι μηνών του έτους επαναληφθεί το φθινόπωρο και το χειμώνα; Οι εθνικοί προϋπολογισμοί έχουν εξαντληθεί ήδη. Φαίνεται απίθανη η αποδοχή μιας δεύτερης δημιουργίας χρεών για να χτυπηθεί το δεύτερο κύμα της πανδημίας. Σε κάθε περίπτωση όλοι θέλουν να αποφύγουν ένα τέτοιο σενάριο, κυρίως επειδή κανένας δεν μπορεί να αποκλείσει ένα τρίτο κύμα το 2021. Χωρίς μαζικές δημόσιες επενδύσεις ένα δεύτερο λοκνταουν θα γονατίσει τις μικρές οικονομίες, τις βασισμένες στις υπηρεσίες και την μικρή επιχειρηματικότητα, αυτές που ξεπήδησαν από τις μέγάλες βιομηχανικές κοινωνίες το 1970 και το 1980. Θα πολλαπλασιαστούν οι πτωχεύσεις, τράπεζες θα καταρρεύσουν βυθισμένες σε άσχημα χρέη: ένας οικονομικός Αρμαγεδδών.

Τι πρόκειται να κάνουν οι κυβερνήσεις, έτσι προσεκτικές όπως πρέπει να είναι απέναντι στην μεγάλη πιθανότητα να ξεδιπλωθούν κοινωνικές αντιδράσεις εάν δεν καταφέρουν να προστατεύσουν τεράστια κομμάτια της κοινωνίας από την καταστροφή; Είναι ενδιαφέρον και συνάμα λυπηρό να διαβάζει κανείς την συνέντευξη του ιταλού πρωθυπουργού Κόντε στην FAZ (Frangfurter Allgemeine Zeitung) στις 8 Οκτωβρίου. Δύο σημεία είναι πραγματικά δυσοίωνα. Πρώτον, ο τρόπος με τον οποίο ο Κόντε διαβεβαιώνει το γερμανικό κοινό για την τεχνοκρατική φύση του εθνικού πλάνου ανάκαμψης της κυβέρνησής του, με το να υπόσχεται πως η Ιταλία θα «ανταποδώσει την εμπιστοσύνη της Ευρώπης μέσω της επένδυσης και της αναδιάρθρωσης που η Ιταλία έχει ανάγκη σήμερα. Εάν η Ιταλία γίνει παραγωγικότερη και πιο ανταγωνιστική αυτό θα είναι προς όφελος όλων στην κοινή ευρωπαϊκή αγορά…» Αφού τόνισε ότι μέρος των ευρωπαϊκών κονδυλίων θα διατεθεί για να αντικατασταθεί το υψηλών επιτοκίων δημόσιο χρέος της Ιταλίας με ευρωπαϊκό δημόσιο χρέος χαμηλού επιτοκίου, ο Κόντε υποσχέθηκε δημοσιονομική αναδιάρθρωση μέσω της απλοποίησης και ψηφιοποίησης του ιταλικού φορολογικού συστήματος, συνοδευόμενη από την ψηφιοποίηση του συτήματος πληρωμών και την πλήρη ενσωμάτωση των δημόσιων τραπεζών δεδομένων: «Θα πρέπει να διασυνδέσουμε ολόκληρη τη χώρα». Ο Κόντε ισχυρίζεται πως αυτός είναι ο μόνος τρόπος να τελειώσει όχι μόνο η μαύρη οικονομία της χώρας αλλά κυρίως η περιφερειακή και ίσως και η κοινωνική ανισότητα. «Πρέπει να επενδύσουμε στην υλική μας υποδομή, τους αυτοκινητόδρομους και τους σιδηρόδρομους, να εκσυγχρονίσουμε τα λιμάνια και τα αεροδρόμια, να κινηθούμε προς μια βιώσιμη οικονομία και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας». Τίποτα για την υποχρηματοδότηση της υγείας, για την ανεπαρκή δημόσια διοίκηση, για τους εργαζόμενους και το είδος των εταιρειών που χρειάζονται δημόσιες επενδύσεις ώστε να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας στο εσωτερικό αντί να καταστρέφονται και να επαναδημιουργούνται στο εξωτερικό. Και μόνο στο τέλος ο Κόντε σημειώνει πως «οι μικρές και οι μεσαίες επιχειρήσεις που αποτελούν τη ραχοκοκαλία της ιταλικής οικονομίας… χρειάζονται στοχευμένα μέτρα» που δεν συγκεκριμενοποιεί «για να βελτιώσουν την οικονομική τους βάση».

Δεύτερον, ο Κόντε υπενθυμίζει με υπερηφάνια πως το Ιταλικό κράτος είχε για δύο δεκαετίες πρωτογενή πλεονάσματα, ξοδεύοντας λιγότερα από τα έσοδά του πέρα από την εξυπηρέτηση του χρέους του. Αυτή φυσικά ήταν η γραμμή των απαιτήσεων της ΕΕ για λιτότητα, η συμμόρφωση με την οποία ήταν υπεύθυνη για την χαμηλή επένδυση της Ιταλίας στις δημόσιες υπηρεσίες συμπεριλαμβανομένης της υγείας – 2% του ΑΕΠ λιγότερο από την Γερμανία – με καταστροφικά αποτελέσματα κατά το πρώτο κύμα του κορονοϊού. Αυτό όμως ο Κόντε δεν το λέει. Σύμφωνα με τον Κόντε, ήταν το υψηλό δημόσιο χρέος που απαιτούσε λιτότητα, όχι το κοινό νόμισμα που αρνείται στην Ιταλία μία ανεξάρτητη νομισματική πολιτική και την θέτει στο έλεος όχι μόνο των αγορών αλλά και της «ευρωπαϊκής αλληλεγγύης».

Τι θα καταφέρει λοιπόν η αλληλεγγύη αυτή; Ο Κόντε υποστηρίζει πως με το να πληρώνει λιγότερα στους πιστωτές και με υψηλότερα έσοδα από την ψηφιοποιημένη συλλογή φόρων και τη δημοσιονομική νίκη επί του μαύρου χρήματος, η Ιταλία θα μπορέσει να ξοδέψει περισσότερα, όχι μόνο σε λιμάνια και αεροδρόμια αλλά και στην παιδεία, στην δημιουργία θέσεων εργασίας και σε μια «μακροπρόθεσμη οικογενειακή πολιτική που θα σταματήσει την μείωση του πληθυσμού». Αλλά πότε; Μπορεί μια μόλις ένεση ρευστότητας, άσχετα πόσο μεγάλη, να αντισταθμίσει το γεγονός πως η Ιταλική οικονομία ζει με ένα υπερτιμημένο νόμισμα; Ή περιμένει η Ιταλική κυβέρνηση ότι τα χρήματα που υποτίθεται θα εξοικονομίσει η «αναδιάρθωση» θα κάνουν την Ιταλική οικονομία τόσο παραγωγική ώστε να δικαιολογείται το γεγονός πως η ανταλλακτική αξία του νομίσματος της είναι η ίδια με τις χώρες της βόρειας Ευρώπης; Η Ιταλία περιμένει 209 δις ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, που μπορεί να αρχίσουν να έρχονται το 2021 αν τα πράγματα πάνε καλά και πρέπει να ξοδευτούν σε επτά χρόνια έως το 2027. Αυτό αντιστοιχεί σε 1,9% της αιτήσιας προβλεπόμενης πτώσης του ΑΕΠ του 2020, λιγότερο δηλαδή από όσο θα χρειάζεται για να διατηρήσει απλά το σύστημα υγείας της στα βορειοευρωπαϊκά στάνταρ. Ποιός περιμένει ότι τα τεχνοκρατικά παιχνίδια στα οποία θα ξοδευτεί ο κύριος όγκος των χρημάτων θα αυξήσουν την ιταλική παραγωγικότητα τόσο ώστε η χώρα δεν θα μπορέσει να προχωρήσει χωρίς ευρωπαϊκές ενέσεις ρευστότητας όταν ο ευρωπαϊκός μποναμάς θα εξαντληθεί, όταν θα μείνει και πάλι μόνη με αυτό το ακόρεστο τέρας, το ευρώ; Σε αντίθεση με τις γέφυρες και τα αεροδρόμια, τα σχολεία, τα πανεπιστήμια, τα νοσοκομεία, τα τοπικά μέσα μαζικής μεταφοράς, οι δομές οικονομικού σχεδιασμού και οι κοινωνικές και όχι οι φυσικές υποδομές δεν είναι απλώς υποθέσεις της μιας φοράς, χρειάζονται επενδύσεις σε επαναλαμβανόμενη βάση. Χρειάζονται θεμελιώδη αποδέσμευση από τους νόμους των νεοφιλελεύθερων οικονομικών (πρωτογενές πλεόνασμα για 20 χρόνια!), οι οποίοι βάζουν τις αγορές και την ατομική ιδιοκτησία πάνω από τις κυβερνήσεις και τους δημόσιους θεσμούς. Τίποτε από αυτά όμως δεν φαίνεται να απασχολεί ούτε τις Βρυξέλλες ούτε την Ρώμη.

Πηγή: wolfgangstreeck.com

antapocrisis