Ένας κόσμος, οι εξής δύο

του Κίμωνα Ρηγόπουλου

Το Πολυτεχνείο, δυστυχώς για τις «σώφρονες» φωνές μιας αφηρημένης ενότητας, αποτελεί το ση­μείο σύνθλιψης κάθε αφηγήματος περί εθνικής ενότητας. Με αυτή την έννοια είναι και θα παραμείνει απρόσφορο στην αφυδάτωση και χειραγώγησή του.

Το Πολυτεχνείο αποτελεί τον γκρεμιστή φάντασμα κάθε ανιστόρητης ομοθυμίας. Είναι η στιγμή που οι κάτω φέρνουν άνω κάτω την καθεστηκυία τάξη, αναλαμ­βάνοντας χωρίς πάτρωνες την ευθύνη της πράξης τους. Δεν είναι η αταξία του μαθητή που προσπαθεί να κρυφτεί ατι­μώρητος. Είναι το: Εγώ το έκανα και σε αυτό που έκανα αναγνωρίζω την υπερη­φάνεια της τόλμης μου. Το Πολυτεχνείο είναι ο μετασχηματιστής της εφηβικής αυθάδειας σε μετωπική ρήξη με όλη τη συναίσθηση των συνεπειών της. Τα άσφαιρα πυρά μιας νεανικής δυσανεξίας έγιναν ο πυροκροτητής της κοιμώμενης φιλοτιμίας μας. Αυτό που ίσχυε τότε και θα ισχύει για πάντα είναι ότι το θάρρος γεννάει σοβαρότητα, ενώ η δειλία γεννάει σοβαροφάνεια.

Όταν ο κανιβαλισμός του καπιτα­λισμού το έχει στρώσει, η υπενθύμιση πως κάποιοι παλεύουν για κάτι υπέρ­τερο από την πάρτη τους είναι αυτό­ματα και ακαριαία εξεγερτικό. Γι’ αυτό και απέτυχε παταγωδώς η κυβερνητική προπαγάνδα που προσπάθησε να τσουβαλιάσει στον κάδο των «ψεκασμένων» και τους αρνητές της άρνησης του Πο­λυτεχνείου. Οι μέρες και οι νύχτες του Νοέμβρη που «έκοψαν τον καιρό στα δυο», μάς υποβάλλουν το αινιγματικό ερώτημα: Η δυνατότητα προκαλεί την θέληση ή η θέληση «ξελογιάζει» την δυ­νατότητα; Όμως τη στιγμή που ξεφλουδίζεις το αυγό, δεν αναρωτιέσαι αν η κότα έκανε το αυγό ή το αυγό την κότα. Το τρως σε θερμοκρασία ανυπακοής γιατί αυτή είναι η ανάγκη σου και αυτή η ανάγκη συμπίπτει με την πείνα και άλλων για μια καθαρτήρια ρήξη.

Ο Τσόρτσιλ με τον απαράμιλλο πραγ­ματισμό του, έλεγε: «Η Ιστορία θα στα­θεί ευγενική μαζί μου. Σκοπεύω να την γράψω εγώ». Είναι η δυνατότητα της πλαστογραφίας που κάθε νικητής επι­φυλάσσει στον εαυτό του. Ως αντίβαρο όμως, κάτι σαν τα ζύγια της Ιστορίας, υπάρχει και η ζώσα μνήμη. Και αυτή η μνήμη είναι ο αιμοδότης των σύγχρο­νων αγώνων για ψωμί, παιδεία, υγεία, ελευθερία. Είναι η μνήμη του Ορέστη και της Λυδίας που δηλώνει «υπερή­φανη για τους γονείς» της. Είναι οι γεί­τονες στα Σεπόλια, που αρνούνται να μαγαριστούν τα «πεζούλια» τους από τα ρομπότ της καταστολής. Είναι το νήμα της στάθμης της ανθρωπιάς μας. Οι ανιόντες και οι κατιόντες του δικού μας κόσμου. Είναι οι εθελόντριες νοσηλεύτριες που έφτασαν στο πολεμικό μέτωπο της Θεσσαλονίκης για να συνδράμουν στην αποφυγή της κατακόμβης. Αυτές και αυτοί που αποτελούν τη διαχωριστική αλυσίδα του δικού μας κόσμου από τη βαρβαρότητα. Το μέτωπο των ανθρώπων που δεν το συνέχει κάποιος «γενικός φθόνος», αλλά η ευγένεια που ξέρει να αμύνεται και να αντεπιτίθεται. Είμαστε τα «τρωκτικά» που υποσκά­πτουν την κορδωμένη χυδαιότητα των τρωκτικών χωρίς εισαγωγικά.

Και τι βλέπω απέναντι; Τα προσω­πεία του Χρυσοχοΐδη, της Έβερτ και του Μπογδάνου (ανώριμα φρούτα μιας μοχθηρίας σε σήψη). Σχέδια κινούμενα και μορφασμοί σπασμωδικοί απέναντι στα ανέγγιχτα από τη σκουριά του και­ρού πρόσωπα που επιμένουν. Είναι τα πρόσωπα που έχουν πρόσωπο. Βλέπω τους κλινικάρχες που θέλουν να οικονο­μήσουν πάνω από τον σκαμμένο λάκκο των θυμάτων της πανδημίας.

Από την μια μεριά του οδοφράγμα­τος ο λαός που σώζει τον λαό και από την άλλη η εμπορία της ζωής μέχρι τον θάνατο. Βλέπω την Pfizer και τα μεγαλοστελέχη της να τρίβουν τα χέρια τους που σε λίγο θα χεστούν στα δο­λάρια, αφού όλα είναι φράγκα και στο κάτω κάτω, «έτσι είναι η ζωή και πώς να την αλλάξεις». Βλέπω τους απένα­ντι να μετρούν σαν εξηνταβελόνηδες με τη μεζούρα του πολιτικού κόστους τις ζωές μας.

Είμαστε δυο κόσμοι λοιπόν. Διαβιώνουμε σε μιαν ασύμβατη συγκατοίκηση τα ξερά μαζί με τα χλωρά του πλανήτη μας. Ζούμε σε συνθήκες ενός πνιγηρού συγχρωτισμού με τα πρωτόζωα. Και η συνάφεια με αυτό το ανολοκλήρωτο είδος βλάπτει ανεπανόρθωτα την υγεία μας.

ΠΡΙΝ