Αδιαπραγμάτευτο το δόγμα της ΕΕ: «Πάνω από όλα οι μπίζνες»

Του Γιώργου Παυλόπουλου

Ο συμβιβασμός που επετεύχθη το βρά­δυ της Πέμπτης δεν οφείλεται στη μεγαλοθυμία της Δύσης ή την υπέρμετρη υπομονή της γερμανικής προεδρίας με τους εξ’ Ανα­τολών γείτονες. Ο συμβιβασμός κατέστη εφικτός όχι μόνο επειδή η ΕΕ έχει ανάγκη ένα προϋπολο­γισμό και ένα πακέτο στήριξης για τον κορονοϊό, αλλά επίσης – αν όχι κυρίως – διότι εμείς, κυρίως δε εμείς οι Γερμανοί, κερδίζουμε πάρα πολλά από την διεύρυνση προς Ανατολάς».

Το συγκεκριμένο απόσπα­σμα προέρχεται από ανάλυση που δημοσιεύτηκε στην ιστοσε­λίδα του γερμανικού Der Spiegel χθες, την ώρα που έμπαιναν οι τελευταίες πινελιές στο κοινό ανακοινωθέν των «27» στις Βρυ­ξέλλες. Αποτυπώνει δε γλαφυρά τον τρόπο με τον οποίο λειτουρ­γεί και λαμβάνει τις αποφάσεις του το κονκλάβιο των ηγετών της ΕΕ. Κι αυτό, φυσικά, δεν ισχύει μόνο στην περίπτωση του νέου επταετούς (2021-’27) προ­ϋπολογισμού και του Ταμείου Ανάκαμψης, αλλά και στην αντί­στοιχη της Τουρκίας. Διότι όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία – που απειλούσαν με βέτο – αποτελούν σημαντικές «αγορές» για το γερ­μανικό και γενικότερα το ευρω­παϊκό κεφάλαιο, έτσι και με την Τουρκία είναι πάρα πολλά τα λεφτά και τα συμφέροντα για να υπάρχει η πολυτέλεια μιας κατά μέτωπο σύγκρουσης και ρήξης.

Στα παραπάνω οφείλουμε να προσθέσουμε και τη γεωπολιτική διάσταση. Το γεγονός, δηλαδή, ότι οι χώρες της ανατολικής Ευρώπης αποτελούν ένα «μαξιλάρι ασφαλείας» για την ΕΕ απένα­ντι στη Ρωσία (η οποία ποτέ δεν έπαψε να αντιμετωπίζεται ως ανταγωνίστρια και ως απειλή), ενώ η Τουρκία είναι ένα φυσικό σύνορο για τους πρόσφυγες και, την ίδια στιγμή, ένας πολύτιμος κόμβος στη νοτιοανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή. Η συνολική εικόνα που δημιουργείται, έτσι, οδηγεί στο συ­μπέρασμα ότι η κατάληξη και αυτής της συνόδου κορυφής δεν αποτελεί έκπληξη – ενώ, όπως συνηθίζεται, όλοι δηλώνουν δι­καιωμένοι και η Μέρκελ μπορεί να ισχυριστεί ότι η προεδρία της δεν απέτυχε παταγωδώς.

Εν συντομία, λοιπόν: Όσον αφορά στην Πολωνία και την Ουγγαρία, οι υπόλοιποι «25» αποφάσισαν να πετάξουν την μπάλα στην εξέδρα. Αν και επαναδιατύπωσαν με στόμφο την προσήλωσή τους στις «αρχές του κράτους-δικαίου» και τις «ιδρυτικές διακηρύξεις της ΕΕ», ενώ διατήρησαν την απει­λή περικοπής των επιδοτήσεων προς όσους εταίρους τις παραβαίνουν, δίνουν τη δυνατότητα στις κυβερνήσεις των δύο χωρών να κάνουν όσες καθυστερήσεις θέλουν. Πρακτικά, με τη δυνα­τότητα προσφυγής στο Ευρω­παϊκό Δικαστήριο και τις προβλεπόμενες διαπραγματεύσεις σε επίπεδο Συμβουλίου, η λήψη οριστικών αποφάσεων θα ανα­βάλλεται επ’ αόριστον – ενόσω τα κοινοτικά κονδύλια θα ρέουν.

Ίδια τακτική και απέναντι στην Τουρκία. Η επικριτική φρασεολογία για τη στάση της στη ΝΑ Μεσόγειο δεν συνοδεύτηκε (όπως αναμενόταν) από κυρώσεις, παρά μόνο από την εντολή προς την Κομισιόν και τον «υπουργό Εξωτερι­κών» της ΕΕ, Χοσέπ Μπορέλ, να παρουσιάσουν μια ολοκληρωμένη έκθεση ως τον Μάρ­τιο. Φυσικά, ούτε τότε είναι δεδομένο ότι θα ληφθούν μέ­τρα – σίγουρα δε, ό,τι γίνει θα επιχειρηθεί να είναι σε συνεν­νόηση με τη νέα κυβέρνηση Μπάιντεν στις ΗΠΑ.

Η σύνοδος είχε, βεβαίως, δύο ακόμη θέματα. Στην υπό­θεση της κλιματικής αλλαγής, η απόφαση και οι στόχοι που τέθηκαν επιβεβαιώνουν ότι το ευρωπαϊκό κεφάλαιο και οι κυβερνήσεις του αντιμετω­πίζουν την «πράσινη ανάπτυ­ξη» ως το νέο Ελντοράντο, που θα τους βγάλει πιο γρήγορα από τον βάλτο της κρίσης. Τέλος, το θρίλερ συνεχίζε­ται στο Brexit και το σενάριο της μη συμφωνίας είναι πιο ορατό παρά ποτέ, καθώς ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο πλευρές της Μάγχης έχει οξυνθεί δραματικά.

Πριν