Μενέλαος Λουντέμης: Το έργο του αποτελεί ραψωδία αναστάσιμη των ανθρώπων που αγωνίζονται

Καρτερικός και αλύγιστος, αγωνίστηκε για όλα τα πανανθρώπινα ιδανικά, που συνοψίζονται στο έργο του. Έργα του, όπως τα μυθιστορήματα «Συννεφιάζει», «Οι κερασιές θα ανθίσουν φέτος» και το μπεστ σέλερ «Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα» διαβάστηκαν πολύ από τη νεολαία τις δεκαετίες του ’50, του ’60 και του ’70. Ο Μενέλαος Λουντέμης, ο πιο πολυδιαβασμένος Έλληνας συγγραφέας μετά τον Νίκο Καζαντζάκη, επονομαζόμενος και Μαξίμ Γκόργκι της Ελλάδας, έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα (22 Γενάρη 1977).

Ο Μενέλαος Λουντέμης, αγωνίστηκε για όλα τα πανανθρώπινα ιδανικά. Το έργο του αποτελεί ραψωδία αναστάσιμη των ανθρώπων που αγωνίζονται. Η «πένα» του, με αμεσότητα, λυρισμό, δύναμη και ρεαλισμό ακουμπά τις καρδιές μας και ενεργοποιεί τη σκέψη.https://d7607cb702462e63608f8b20fc4e69e5.safeframe.googlesyndication.com/safeframe/1-0-37/html/container.html

Η οικογένειά του που ήταν εύπορη, αλλά έχασε τα πάντα στον Μεγάλο Ξεριζωμό, εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, αρχικά στην Αίγινα, ύστερα στην Έδεσσα και τελικά στο χωριό Εξαπλάτανος της Πέλλας όπου έζησε από το 1923 μέχρι το 1932 που έφυγε για την Κοζάνη. Έτσι, αναγκάστηκε από τα νεανικά του χρόνια να εργαστεί σκληρά ως λαντζέρης, λούστρος, ψάλτης, επιστάτης στα έργα του Γαλλικού Ποταμού. Η στράτευσή του και η πολιτική δράση μέσα από τις γραμμές του ΚΚΕ τού στοίχισε την αποβολή του απ’ όλα τα γυμνάσια της χώρας.

«-Κι άλλοτε, κύριε γυμνασιάρχα, μου κλείσατε το δρόμο και λυπάμαι που δε μ’ αφήνετε να το ξεχάσω. Ξέρω ότι μισείτε τη φτώχεια. Οτι περιφρονείτε την κακοτυχιά των άλλων, ότι αποστρέφεστε την ορφάνια. Ξέρω ότι τα γράμματα τα πουλάτε μόνο σε κείνους, που τα πληρώνουν ακριβά. Μα – σας ρωτώ – ξέρετε κανέναν, που να τα ‘χει πληρώσει ακριβότερα από μένα; Ορίστε τα “βιβλία” μου, κύριε γυμνασιάρχα. Τα καταθέτω στην έδρα. Είναι όλα κι όλα αυτό το τετράδιο. Σας το αφιερώνω. Για να σας θυμίζει ένα άρρωστο, άστεγο και καταδιωγμένο παιδί, και την απάνθρωπη στάση που του δείξατε. Χαίρετε»!

Στα Ελληνικά Γράμματα εμφανίσθηκε πολύ νωρίς, το 1927, με δημοσιεύσεις ποιημάτων του σε εφημερίδες της Έδεσσας. Το 1930 ποιήματα και διηγήματά του δημοσιεύτηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό «Νέα Εστία», ενώ το 1934 υπογράφει για πρώτη φορά ως Μενέλαος Λουντέμης στο διήγημά του «Μια νύχτα με πολλά φώτα κάτω από μια πόλη με πολλά αστέρια». Φθάνοντας μετά από οδύσσεια μετακινήσεων στην Αθήνα, συνδέθηκε στενά με τους Κώστα Βάρναλη, Άγγελο Σικελιανό και Μιλτιάδη Μαλακάση, ενώ ο καθηγητής της Φιλοσοφικής Νίκος Βέης τον βοήθησε να παρακολουθήσει μαθήματα ως ακροατής. Το 1938 ήταν ήδη φτασμένος συγγραφέας.

Στην Κατοχή, οργανώθηκε στο ΕΑΜ και διετέλεσε Γραμματέας της Οργάνωσης Διανοουμένων. Κατά τον Εμφύλιο συλλαμβάνεται για τα «φρονήματα», δικάζεται για εσχάτη προδοσία και καταδικάζεται σε θάνατο. Το 1947 ο Λουντέμης συλλαμβάνεται και εξορίζεται στη Μακρόνησο, ενώ η γυναίκα του Έμυ με την τρίχρονη κόρη τους Μυρτώ εξορίζεται στη Χίο και μετά στο Τρίκερι. Από την εξορία, ο Λουντέμης γράφει:

(Η Μυρτώ ανεβαίνει τριών χρονών στο Γολγοθά) Αντίο μητερούλα, μητερούλα της Μυρτώς, και των χεριών μου. Με το γήινο βρέφος στην αγκαλιά, που μπήκε στο μαρτύριο. Τριάντα χρόνια μικρότερο απ’ τον Χριστό, Αντίο … Τώρα μας χωρίζουν οι ουρανοί. Αγρύπνιες ιδρωμένες και ατέλειωτες. Κι ένας κόσμος τρομαγμένος που κρυώνει – κρυώνει κάτω απ’ τον βοριά και τα σίδερα).

Ο Μενέλαος Λουντέμης δεν υπέγραψε ποτέ δήλωση μετανοίας κουβαλώντας τον σταυρό του μαρτυρίου του μέχρι τέλους. Ζώντας στο κολαστήριο της Μακρονήσου και βιώνοντας στο πετσί του τα βασανιστήρια, τους εξευτελισμούς και τις ταπεινώσεις έπειτα από χρόνια, αυτοεξόριστος ήδη στη Ρουμανία, θα καταθέσει τον αγώνα και τις εμπειρίες του στο αυτοβιογραφικό μυθιστορήμα «Οι Ήρωες κοιμούνται ανήσυχα» (Σαρκοφάγοι ΙΙ), ιδιαίτερα όμως στο συγκλονιστικό «Οδός Αβύσσου, αριθμός Ο».

Γράφει και αρκετά ποιήματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει το «Είμαι καλά». Αφορμή της έμπνευσής του είναι οι απαγορεύσεις της λογοκρισίας από τη διοίκηση του στρατοπέδου, αφού σ’ αυτόν τον τόπο του μαρτυρίου οι διαταγές σχετικά με την αλληλογραφία επέβαλαν να γράφονται μόνον «ολίγαι λέξεις υπό την έννοιαν ότι ο αποστολεύς υγιαίνει».

«…Σήμερα μου χύσανε το φως μου. Είμαι καλά.

Είμαι καλά. Χτες κόψανε τα νύχια μου.

Τρόμοι μου πήραν τα φρένα μου. Είμαι καλά.

Είμαι καλά. Αύριο θα με σταυρώσουν.

Είμαι καλά. Είμαι καλά. Είμαι καλά…

Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μυαλό να το σκεφτώ.

Είμαι καλά. Κι ας μην έχω πια μιλιά να το φωνάξω.

Είμαι καλά. Κι ας μην έχω χέρι να το γράψω.

Γι’ αυτό το σκάβω. Το σμιλεύω επιτύμβιο.

Πάνω σ’ αυτόν τον ανεμόδαρτο γκρεμνό.

Σ’ αυτό το τρελό νεκροταφείο

πως όλοι οι νεκροί του

Ε Ι Ν Α Ι Κ Α Λ Α»

Το 1956 τον μετέφεραν στην Αθήνα από τον τόπο εξορίας του για να δικαστεί, επειδή, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, στο βιβλίο του «Βουρκωμένες μέρες» υπάρχουν «….προπαρασκευαστικές πράξεις εσχάτης προδοσίας….». Στη δίκη που έγινε με τον εμφυλιοπολεμικό νόμο 509/47, οι μάρτυρες υποστήριξαν ότι το βιβλίο του «προπαγανδίζει τας πολιτικάς του ιδέας, θίγει την έννοια του κράτους, κλονίζει την εμπιστοσύνη του λαού στη Δικαιοσύνη, καλλιεργεί το μίσος».

Επιφανείς πνευματικές προσωπικότητες έσπευσαν να τον υπερασπιστούν (Αγις Θέρος, Γιώργος Θεοτοκάς, Κώστας Βάρναλης, Στράτης Δούκας, Ασημάκης Πανσέληνος, Κώστας Κοτζιάς). Αφού διαβάστηκε το κατηγορητήριο, ερωτώμενος από τον πρόεδρο περί της ενοχής του απαντά: «Ναι, είμαι ένοχος. Όχι όμως γι’ αυτά που έγραψα, αλλά γι’ αυτά που δεν έγραψα και ακριβώς γιατί δεν τα έγραψα. Κατηγορούμαι ότι έγραψα για τους απλούς ανθρώπους, για τους ανθρώπους του μόχθου, για τους φτωχούς. Μα για ποιους έπρεπε να γράψω; Εγώ αυτούς γνώρισα, αυτούς αγάπησα, μαζί τους μοιράστηκα και τις χαρές και τις πίκρες μου. Δίπλα τους γεύτηκα κι εγώ την πίκρα της εκμετάλλευσης και της κοινωνικής αδικίας και ήταν οι μόνοι που μου συμπαραστάθηκαν. Γι’ αυτό και αισθάνομαι φταίχτης που δεν έγραψα όσα έπρεπε να γράψω γι’ αυτούς». Όταν φτάνει να περιγράψει το δράμα του παιδιού και της γυναίκας του ο πρόεδρος παρατηρεί: «Αν πράγματι νιώθεις στοργή για το παιδί και τη γυναίκα σου, θα ‘πρεπε να ‘χεις κάνει δήλωση αποκήρυξης του ΚΚΕ». Και ο Λουντέμης απαντά: «Χρειάστηκαν εκατομμύρια χρόνια για να γίνουν τα τέσσερα πόδια δύο. Δεν θα τα κάμω πάλι τέσσερα εγώ». Άλλωστε, το γράφει και στο «Ενα παιδί μετράει τ’ άστρα»: «Ζωντανός θα πει περήφανος»!

Μετά τη δίκη και την απαγόρευση κυκλοφορίας αναγκάζεται να πάρει το δρόμο της αυτοεξορίας και της πολιτικής προσφυγιάς, το 1959, αφαιρώντας του μάλιστα την ελληνική ιθαγένεια η τότε ελληνική κυβέρνηση. Στη Ρουμανία συνεχίζει το συγγραφικό του έργο, αλλά νοσταλγεί πάντα την Ελλάδα. Μετά τη μεταπολίτευση και μετά από μεγάλες περιπέτειες ανακτά την ελληνική ιθαγένεια και επιστρέφει το 1976. Δεν πρόλαβε να χαρεί για την επάνοδό του και στις 22 Γενάρη 1977 πεθαίνει από καρδιακή προσβολή και ενταφιάζεται στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών.

ΗΜΕΡΟΔΡΟΜΟΣ