Ο Κουφοντίνας κι εμείς

Καλά θα κάνουμε να ξεκινήσουμε αυτό το σημείωμα με τον καθιερωμένο εξορκισμό. Σκοπεύω να γράψω δύο λόγια για την απεργία πείνας του Δ. Κουφοντίνα, αλλά δεν υποστηρίζω ή συμμερίζομαι τη δράση που ανέπτυξε με την 17Ν. Είναι δείγμα της ιδεολογικής ηγεμονίας που έχει αρχίσει να οικοδομεί η ακροδεξιά στον δημόσιο διάλογο ότι και μόνο για να κάνουμε μια αναφορά στον αγώνα που κάνει ο Κ μέσα απο τις φυλακές είμαστε υποχρεωμένοι πρώτα να καταθέσουμε πιστοποιητικό νομιμοφροσύνης. Μια δημόσια αποκήρυξη των πολιτικών πεπραγμένων του.
Παρ’ όλα αυτά, το ζήτημα της απεργίας πείνας του Κ δεν έχει σχέση με την πρότερη δράση του, “εγκληματική” ή πολιτική, για την οποία άλλωστε ανέλαβε πλήρως το βάρος της πολιτικής ευθύνης που του αναλογεί και τιμωρήθηκε γι’ αυτήν. Έχει σχέση αποκλειστικά με την ιδιότητα του σαν κρατούμενου, αφού ο κύκλος της πρότερης πολιτικής δράσης του έχει κλείσει και ο άλλοτε επικίνδυνος εκτελεστής έχει περιέλθει στον στοργικό εναγκαλισμό των σωφρονιστικών οργάνων της “δημοκρατικής” πολιτείας. Η ιδιότητα αυτή αφορά κι εμάς, αφού ο τρόπος που το Κράτος ορίζει και μεταχειρίζεται τους ταξικούς αντιπάλους του επικαθορίζει τις συνθηκες μέσα στις οποίες διεξάγεται ο κοινωνικός ανταγωνισμός ανάμεσα στις τάξεις. Γι’ αυτό και ο πρόσφατος κτηνώδης ξυλοδαρμός φοιτητή από τα ΜΑΤ στο πανσπουδαστικό συλλαλητήριο και το όργιο βίας που βλέπουμε σε κάθε μαζική εκδήλωση του ανταγωνιστικού κινήματος , δεν είναι καθόλου άσχετα με την ατυχή έκβαση που ενδέχεται να έχει ο αγώνας του Κ στα χέρια των κρατικών δημίων του.
Εδώ μιλάμε για τη βία που ασκεί ο δυνατός πάνω στον αδύναμο, το Κράτος με όλο τον θηριώδη μηχανισμό οργανωμένης βίας που διαθέτει απέναντι σε έναν άνθρωπο που για μοναδικό όπλο – τώρα πια – έχει το σώμα του. Αν υπήρξε ποτέ κοινωνικός πόλεμος, έστω κι αν αυτός ο πόλεμος ήταν μόνο μέσα στο μυαλό του Κ με τον τρόπο που εκείνος τον φαντάστηκε, τοτε ο Κ ανήκει πια στους ηττημένους. Και τους ηττημένους δεν τους εξοντώνεις όταν έχει τελειώσει πια ο πόλεμος. Ή μήπως ο πόλεμος ποτέ δεν τελείωσε; Μήπως το Κράτος προετοιμάζεται να εξαπολύσει ένα δεύτερο κύμα εχθροπραξιών ενάντια στην κοινωνία;
Η κλασσική απάντηση από την πλευρά της ακροδεξιάς νομενκλατούρας είναι ότι και ο Κ “το ίδιο έκανε”. Ποτέ δεν δίστασε προτού αφαιρέσει τις ζωές των θυμάτων του. Γιατί τώρα να νοιαστεί η πολιτεία για την ζωή του; Αντιπαρέρχομαι εδώ το κατά πόσο ο σταθμάρχης της CIA, ή ο βασανιστής της χούντας που έπεσαν νεκροί απο τις σφαίρες της 17Ν ήταν “αθώα θύματα” και όχι εκτελεστικά όργανα της ταξικής σύγκρουσης με βεβαρυμένο μητρώο εγκλημάτων σε βάρος των ετεροκαθοριζόμενων στρωμάτων. Η διαφορά είναι οτι ο Κ δεν ήταν Κράτος. Αν το μήνυμα που προσπαθεί να περάσει το κράτος είναι ότι μόνο οι υποστηρικτές και τα τσιράκια της ακροδεξιάς δράκας πολιτικών που κυβερνάει μπορούν να αισθάνονται ασφαλείς και προστατευμένοι, τότε οι πολιτικές επιλογές του Κ δικαιώνονται εκ του αποτελέσματος και είναι πολύ πιθανό να βρουν μιμητές στις επόμενες γενιές που θα τολμήσουν να σηκώσουν κεφάλι. Η διαπίστωση αυτή δεν αποτελεί προειδοποίηση , αλλά κοινή λογική. Όταν όλες οι μορφές αντιπολιτευτικής δράσης τίθενται εκτός νόμου, τότε τι άλλο μένει στην αντιπολίτευση από την παρανομία; Όταν το Κράτος απαρνιέται την , προσχηματική έστω, αξίωση για μια “δημοκρατική”, καθολική αντιπροσώπευση και μεταμορφώνεται ξανά σε όργανο ταξικής καταπίεσης με μετεμφυλιακή νοοτροπία και τεχνικές καταστολής, τότε εμμέσως αποδεικνύεται ότι το όραμα και οι αντιλήψεις για την κοινωνική πάλη που προπαγάνδιζε η 17Ν με τις ενέργειες και τις προκηρύξεις της δεν απέχει και πολύ από την πραγματικότητα.
Ένα ακόμη έωλο επιχείρημα που χρησιμοποιεί η κυβερνητική προπαγάνδα είναι πως αν υποχωρήσει στην περίπτωση του Κ, τότε θα είναι υποχρεωμένη να ικανοποιεί κάθε αίτημα κρατουμένου που θα είναι διατεθειμένος να καταφύγει σε παρόμοιες τακτικές διεκδίκησης. Το επιχείρημα ίσως να είχε κάποια δόση αληθοφάνειας αν αυτό που ζητούσε ο Κ ήταν μια προνομιακή μεταχείριση η οποία συνεπάγεται την κατάλυση στην πράξη του υφιστάμενου δικαιικού καθεστώτος ή την δραστική τροποποίηση των κανόνων του. Στην πραγματικότητα, εδώ οι ρόλοι που παίζουν οι δύο πλευρές είναι ακριβώς αντίθετοι. Ο Κ βάζει σε κίνδυνο τη ζωή και την ίδια την υγεία του για να κατοχυρώσει κάτι πολύ ισχνό και φαινομενικά ασήμαντο, συγκριτικά με το ρίσκο που παίρνει. Ουσιαστικά, η διεκδίκηση του περιορίζεται στην ίδια την τήρηση της νομιμότητας την οποία η πολιτεία κατά τα άλλα διατείνεται ότι ενσαρκώνει και προασπίζεται. Το γεγονός ότι ένας κρατούμενος πρέπει να καταφύγει στο έσχατο μέσο προκειμένου να διασφαλίσει τα ελάχιστα δικαιώματα , δείχνει πολλά για το που βαδίζει το κράτος δικαίου στην ιστορική συγκυρία που διανύουμε. Από αυτή την άποψη και οι συγκρίσεις με την περίπτωση Μπόμπυ Σαντς-Μάργκαρετ Θάτσερ είναι μάλλον άστοχες. Ο Σαντς (και οι υπόλοιποι έγκλειστοι ιρλανδοί αγωνιστές) εκπροσωπούσε έναν ολόκληρο λαό όταν ξεκίνησε την απεργία πείνας του. Το διακύβευμα ήταν όντως μια “προνομιακή μεταχείριση”, η εκχώρηση καθεστώτος αιχμαλώτων πολέμου στους Ιρλανδούς κρατούμενους. Κάτι το οποίο ουσιαστικά συνεπαγόταν την πολιτική αναγνώριση του ιρλανδικού εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος από την αγγλική αποικιοκρατία. Ενώ η Θάτσερ κλήθηκε να πάρει αποφάσεις σε καιρό (ακήρυχτου) πολέμου, η ακροδεξιά κυβέρνηση της ΝΔ απλώς εξαντλεί την εκδικητικότητα της πάνω σε έναν ανυπεράσπιστο άνθρωπο και μεταχειρίζεται τους κρατικούς θεσμούς σαν προσωπικό της φέουδο. Ενώ η Θάτσερ αρνήθηκε με την απάνθρωπη στάση της να μεταβάλλει αυτό που η ίδια πρόταξε σαν “νομιμότητα”, η κυβέρνηση Μητσοτάκη αρνείται να εκπληρώσει ένα απολύτως νομότυπο αίτημα. Διά της πράξης της αυτής υπονομεύει η ίδια την νομιμότητα των θεσμών και επιδίδεται σε μια ωμή επίδειξη δύναμης που κινείται πέρα από τα όρια του νόμου που το ίδιο το Κράτος θέσπισε. Τίθεται η ίδια εκτός νόμου.
Εντυπωσιάζει σε αυτό το σημείο η ταχύτητα με την οποία ο “πολιτισμένος κεντρώος χώρος”, με τη φιλελεύθερη κουλτούρα και τις “δημοκρατικές ευαισθησίες” του, εξατμίστηκε από έναν δημόσιο διάλογο ο οποίος αφορά ζητήματα συνταγματικής νομιμότητας που έχουν θεμελιακή σημασία , από μια φιλελεύθερη σκοπιά, για τη λειτουργία μιας συντεταγμένης πολιτείας. Ο χώρος αυτός ποτέ δεν απέκτησε βαθιές κοινωνικές ρίζες στην ελλαδική κοινωνία, με συνέπεια να συντριβεί νομοτελειακά στις μυλόπετρες της διαρκούς ταξικής σύγκρουσης που έχει χωρίσει την κοινωνική ολότητα σε δύο άτυπα, αλλά πολωμένα, αντίπαλα στρατόπεδα απο την περίοδο του μνημονίου και μετά. Όπως και να ‘χει, οι “δημοκράτες” αυτοί που τώρα έχουν μετατραπεί σε αλαλάζοντα όχλο που διψάει για το αίμα του Κ, καλό θα είναι να έχουν υπόψη ότι ο ναζισμός μπορεί αρχικά να επιβλήθηκε για να εξολοθρεύσει τους αριστερούς και τους Εβραίους, αλλά όταν ξεμπέρδεψε με αυτούς και ο λόγος ύπαρξης του είχε φαινομενικά εκλείψει, δεν πάτησε κάποιος το rewind κι επικράτησε ξανά κάποια εκδοχή “δημοκρατίας” στην Γερμανία. Μπορεί να ξεφορτώθηκαν οι Γερμανοί τους ενοχλητικούς αριστερούς και τους Εβραίους, αλλά στο τέλος δεν μπόρεσαν να ξεφορτωθούν τους ναζιστές που τους έκατσαν στον σβέρκο. Και μετά, όταν πια η ωμή βία είχε παγιώσει την κυριαρχία της, κανείς δεν μπορούσε να κοιμάται ήσυχος και να αισθάνεται ασφαλείς από τις αρπακτικές διαθέσεις του καθεστώτος.

Ο Κουφοντίνας κι εμείς

Alerta.gr