Επανάσταση 1821 Γι’ αλλού ξεκίνησε…

 Του Αλέξανδρου Καπακτσή

…Η επανάσταση ξεκίνησε με βάση τις αντιλήψεις και τις επιδιώξεις του πιο προωθημένου τμήματος της αστικής τάξης -με αναντικατάστατο και κρίσιμο το ρόλο της φιλικής εταιρείας- για την πραγματική της δύναμη στην περιοχή και τη θέση που της άρμοζε, στο διεθνές σύστημα που ανήκε.Έτσι, άρχισε η προσπάθεια να ενταχθεί όλος ο χώρος της Βαλκανικής μέσα από την επαναστατική διαδικασία στη μελλοντική κρατική πολιτική σφαίρα κυριαρχίας της, κάτι που ανταποκρινόταν στο σημαντικό οικονομικό της ρόλο στην περιοχή. Εξέφραζε, κυρίως, την επιδίωξη του εμπορικού βιοτεχνικού τμήματός της που επεδίωκε μεγάλο ζωτικό χώρο, απαραίτητο για την ανάπτυξή της, η οποία, όμως, δεν καρποφόρησε. Η εκτίμηση ότι είχε υπερτιμήσει τις δυνάμεις και τις δυνατότητές της ή είχε κάνει λάθος στην ωριμότητα της στιγμής για την κίνηση των ευρύτερων λαϊκών μαζών της βαλκανικής,[1] που υπό την κηδεμονία της θα ξεσηκώνονταν για την ανατροπή τής εξουσίας τής Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην περιοχή, αν και είναι ένα ανοικτό προς συζήτηση θέμα, ιστορικά έχει τελεσιδικήσει. Το γεγονός είναι ότι αυτή η απόπειρα απέτυχε, με αποτέλεσμα ένα ελάχιστο μόνο μέρος των επιδιώξεων της να πραγματωθεί με ένα κουτσουρεμένο νεοελληνικό κράτος, γεγονός που θα βάλει βαριά τη σφραγίδα του στην ανάπτυξη του καπιταλισμού, στην Ελλάδα. Και μόνο το γεγονός του αποκλεισμού τού κύριου μέρους των ελληνικών κεφαλαίων από την εδαφική επικράτεια του νέου κρατιδίου λέει πολλά για τις δυνατότητές του.

  Η επανάσταση έγινε μέσα σε ένα τρομερά δυσμενές διεθνές περιβάλλον. Από τη μια μεριά, έχουμε την τρομοκρατία σε όλη την ήπειρο, που έχει ακολουθήσει την ήττα της Γαλλικής Επανάστασης και την προσπάθεια να διατηρηθεί πάση θυσία το κοινωνικό status quo σε πολιτικό επίπεδο και, από την άλλη, έχουμε τις επιδιώξεις όλων των μεγάλων δυνάμεων της εποχής (πλην Ρωσίας που, όμως, στο πρώτο συμφωνεί) να διατηρηθεί η ακεραιότητα της Οθωμανικής αυτοκρατορίας μέχρι την προσφορότερη στιγμή που ο διαμελισμός της θα γίνει με δική τους πρωτοβουλία. Έτσι, δεν μπορούμε παρά να υπογραμμίσουμε ότι η μεγαλύτερη προσφορά της επανάστασης στην ανθρωπότητα είναι ότι πήγε παραπέρα στο χρόνο τη σημαία με τα ιδανικά της ελευθερίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης, για να την παραδώσει παραπέρα, στην επόμενη επαναστατική απόπειρα. Γιʼ αυτό αγκαλιάστηκε από τόσους προοδευτικούς ανθρώπους σε όλο τον κόσμο,[2] γιʼ αυτό δημιουργήθηκε ένα ολόκληρο κίνημα αλληλεγγύης, που, πέρα από τεράστια πολιτική αλλά και οικονομική στήριξη, έδωσε το αίμα αμέτρητων ευρωπαίων και άλλων αγωνιστών για τη λευτεριά της πατρίδας μας.[3] Ταυτόχρονα, θα πρέπει να αναγνωρίσουμε και τη διορατικότητά της, ότι αυτό ακριβώς το διεθνές περιβάλλον μπορούσε, κάτω από προϋποθέσεις, να ανατραπεί, και δεν είναι κάτι στατικό που έπρεπε να το αποδεχθεί παθητικά και, κατά συνέπεια, να θυσιάσει ή να ακρωτηριάσει τα μακροπρόθεσμα συμφέροντά της. Άλλοι καιροί, άλλα ήθη. Ήταν τότε, που ακόμη έπαιζε ένα προοδευτικό ρόλο.

  Το καθεστώς που διαμορφώνεται στην επαναστατημένη Ελλάδα είναι μια τεράστια πολιτική ανορθογραφία για την εποχή. Από την πρώτη αρχή, το πρώτο σύνταγμα αλλά και τα επόμενα, κατοχυρώνεται η πιο πλατιά, για την εποχή, αστική δημοκρατία, η ανάλογη μορφή πολιτεύματος και βασικά δημοκρατικά δικαιώματα, που σε πολλές χώρες χρειάστηκε ποτάμια αίματος και θυσιών για να κατοχυρωθούν.

   «Το πρώτο Σύνταγμα της αγωνιζόμενης Ελλάδας προήλθε από την Α΄ Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου η οποία ψήφισε, την 1η Ιανουαρίου 1822, το «Προσωρινόν Πολίτευμα της Ελλάδος». Η Συνέλευση απαρτιζόταν από εκπροσώπους της Πελοποννήσου, της Ανατολικής και Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και ορισμένων νήσων… Το Σύνταγμα αυτό περιελάμβανε κάποιες διατάξεις για την προστασία των ατομικών ελευθεριών, ενώ στο επίπεδο των οργανωτικών βάσεων του πολιτεύματος προέβλεπε την αντιπροσωπευτική αρχή καθώς και την αρχή της διάκρισης των εξουσιών. Έτσι, η «Διοίκησις» αποτελείτο από το «Βουλευτικόν» και το «Εκτελεστικόν», αμφότερα συλλογικά όργανα με ενιαύσια θητεία, τα οποία «ισοσταθμίζονταν» στη νομοπαραγωγική διαδικασία. Ακόμη, υπήρχε και το «Δικαστικόν», όργανο ανεξάρτητο των άλλων δύο, πλην όμως εκλεγόμενο από αυτά, ενώ τη δικαιοσύνη απένειμαν τα «Κριτήρια», δηλαδή τα δικαστήρια.

   Το Προσωρινό Πολίτευμα της Επιδαύρου αναθεωρήθηκε ένα χρόνο αργότερα, τον Απρίλιο του 1823, από τη Β΄ Εθνική Συνέλευση που συνήλθε στο ‘Αστρος Κυνουρίας. Το νέο Σύνταγμα, ο «Νόμος της Επιδαύρου», όπως ονομάστηκε για να τονίσει τη συνέχεια προς εκείνο του 1822, ήταν νομοτεχνικά αρτιότερο και καθιέρωνε μια ελαφρά υπεροχή της νομοθετικής εξουσίας έναντι της εκτελεστικής, …ενώ βελτίωνε και την προστασία των ατομικών ελευθεριών (ορίστηκε ότι προστατεύεται η ιδιοκτησία, η τιμή και η ασφάλεια όχι μόνο του Έλληνα αλλά κάθε ανθρώπου που βρίσκεται στην επικράτεια, εισήχθη η ελευθερία του τύπου, καταργήθηκε η δουλεία (ενώ απαγορεύει τη δουλοπαροικία και τα βασανιστήρια. σ.σ). Ακόμη, κατάργησε και τα τοπικά πολιτεύματα. …Η ίδια Συνέλευση του ‘Αστρους ψήφισε και νέο εκλογικό νόμο, όπου το δικαίωμα του εκλέγειν ανήκε πλέον στους έχοντες την ιδιότητα του «ανδρός» και όχι του «γέροντος», ενώ η εκλογική ηλικία γινόταν 25 έτη, έναντι των 30 που ήταν προηγουμένως.

  Ο πολυαρχικός χαρακτήρας και των δύο Συνταγμάτων ευνόησε αρχικά τις συγκρούσεις μεταξύ Βουλευτικού και Εκτελεστικού που σύντομα εξελίχθηκαν σε ρήξη και εμφύλιο πόλεμο. Αυτό στάθηκε και η αφορμή για τη συστηματική πλέον παρέμβαση των ξένων «προστάτιδων» δυνάμεων στην ελληνική πολιτική ζωή.

   Η Γ’ Εθνική Συνέλευση συνήλθε αρχικά στην Πιάδα το 1826 και εν συνεχεία στην Τροιζήνα το 1827, και αφού εξέλεξε ομόφωνα τον Ιωάννη Καποδίστρια ως «Κυβερνήτη της Ελλάδας» για επταετή θητεία, ψήφισε και το «Πολιτικόν Σύνταγμα της Ελλάδος». Η Συνέλευση ήθελε να δώσει στη χώρα ένα οριστικό πολίτευμα, εμπνευσμένο από δημοκρατικές και φιλελεύθερες ιδέες και για το λόγο αυτό διακήρυττε για πρώτη φορά την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας: «Η κυριαρχία ενυπάρχει εις το Έθνος, πάσα εξουσία πηγάζει εξ αυτού και υπάρχει υπέρ αυτού». Τη ρητή αυτή διακήρυξη επαναλάμβαναν όλα τα ελληνικά Συντάγματα μετά το 1864.

    Το Σύνταγμα αυτό αποτελείτο από 150 άρθρα. Καθιέρωνε μια αυστηρή διάκριση των εξουσιών αναθέτοντας στον Κυβερνήτη την εκτελεστική εξουσία και στο σώμα των αντιπροσώπων του λαού, ονομαζόμενο Βουλή, τη νομοθετική. Ο Κυβερνήτης είχε απλώς το δικαίωμα αναβλητικού veto στα νομοσχέδια, ενώ δεν είχε και το δικαίωμα διάλυσης της Βουλής. Ο ίδιος ήταν «απαραβίαστος», ενώ οι «Γραμματείς της Επικράτειας», δηλαδή οι Υπουργοί, αναλάμβαναν την ευθύνη για τις δημόσιες πράξεις του (και έτσι ενυπήρχαν στο Σύνταγμα του 1827 τα πρώτα ψήγματα της κοινοβουλευτικής αρχής). Αξιοσημείωτο είναι ότι το Σύνταγμα της Τροιζήνας εμπεριέχει την αρτιότερη και πληρέστερη διατύπωση των διατάξεων για την προστασία των ατομικών ελευθεριών μεταξύ των Συνταγμάτων της εποχής.»[4]

Οι εμφύλιοι

  Οι δύο εμφύλιοι πόλεμοι και οι πολλές άλλες εσωτερικές συγκρούσεις δεν έχουν να κάνουν με το ίδιον της φυλής να ερίζει αλλά με την αναγκαιότητα της επικράτησης των ιδιαίτερων κάθε φορά κοινωνικών και ταξικών συμφερόντων.  Έχουν γραφτεί πολλά προς αυτή την κατεύθυνση που άλλα μπερδεύουν και άλλα ξεκαθαρίζουν την κατάσταση. Επίσης πολλά είναι ανοιχτά στην ιστορική έρευνα και συζήτηση. Οι συγκρούσεις αυτές με δραματικό τρόπο παρουσιάζουν τη στάση που κράτησαν όλες οι ταξικές δυνάμεις στο κύριο ζήτημα κάθε μεγάλης κοινωνικής ανατροπής. Το ζήτημα της εξουσίας. Αποκαλύπτουν τις βαθύτερες επιδιώξεις τους και, ταυτόχρονα, το αποτέλεσμά τους διαμόρφωσε το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο κινήθηκε η εξέλιξη του καπιταλισμού στην Ελλάδα.

  Λόγω του περιορισμού της επανάστασης στο νότιο τμήμα του ελλαδικού χώρου αλλά και της οικονομικής καταστροφής λόγω της διεθνούς κρίσης, τα τμήματα εκείνα της αστικής τάξης που πήραν την πολιτική πρωτοβουλία της επανάστασης, μέσω της φιλικής εταιρείας, χάνουν τον πρωταγωνιστικό τους ρόλο. Αν και επηρεάζουν καθοριστικά στις αρχές του αγώνα, σύντομα διασπούνται και αποσυντίθενται σε πολλά μέρη, με διάφορους πρωταγωνιστές, και παύουν να παίζουν το σημαντικό ρόλο που είχαν, ενώ οι πιο σοβαροί εκφραστές του παίρνουν νέους ρόλους σε νέα μπλοκ δυνάμεων. Έντονα αναδεικνύονται, σε χοντρές γραμμές, τρεις πόλοι ισχύος που εκφράζουν διαφορετικά ταξικά συμφέροντα. Πρώτος και με μεγαλύτερη ευρύτητα αντίληψης των διαδικασιών που συντελούνται είναι ο πόλος του εφοπλιστικού κεφαλαίου-φαναριωτών, του οποίου η εμπορική και οικονομική ισχύς είναι η σημαντικότερη, όπως, επίσης, και η συγκεντρωτική πολιτική εμπειρία με ταυτόχρονη ισχυρή διεθνή συμμαχική επιλογή (Αγγλία). Συνεπικουρείται από τμήμα της στρατιωτικής κάστας της Στερεάς Ελλάδας, των οποίων τα αρματολίκια αποσυντίθενται και βρίσκονται πιο εκτεθειμένοι στρατηγικά στον εχθρό. Δεύτερος πόλος  είναι οι πρόκριτοι της Πελοποννήσου, που σε διάκριση από τους αντίστοιχους Ρουμελιώτες, είχαν πολύ μεγάλη οικονομική δύναμη που ενισχύθηκε από την αρπαγή σημαντικού μέρους της περιουσίας της οθωμανικής αριστοκρατίας, που και αυτή ήταν ιδιαίτερα πλούσια. Κρίσιμο επίδικο και των δύο πόλων για τη νομή της πολιτικής εξουσίας ήταν, σε αυτή τη φάση, οι κρατικές, πλέον απαλλοτριωμένες από τους Οθωμανούς, γαίες, που οι μεν έβλεπαν σαν συνέχεια της οικονομικής τους δραστηριότητας και οι δε σαν δυνατότητα επένδυσης των τεράστιων κεφαλαίων που είχαν συσσωρεύσει. Στη διάρκεια της επανάστασης, όμως, ισχυροποιήθηκε ο ρόλος της παλιάς στρατιωτικής αριστοκρατίας, που, βέβαια, είχε ισχυρούς δεσμούς με την αγροτιά και εξέφραζε τα πιο πλειβιακά τμήματα της επανάστασης (τρίτος πόλος).

  Οι εμφύλιες συγκρούσεις με τις δύο κορυφώσεις τους σαν πρώτος και δεύτερος εμφύλιος μεταθέτει το κέντρο βάρους της ισχύος από τους στρατιωτικούς (Κολοκοτρώνης) στους προκρίτους της Πελοποννήσου, με τη βοήθεια του εφοπλιστικού-εμπορικού κεφαλαίου και των Φαναριωτών και στη συνέχεια από αυτούς στους τελευταίους, με τους απαραίτητους κάθε φορά συμβιβασμούς. Οι συγκρούσεις πολλές φορές ήταν ανελέητες, οι συμμαχίες ρευστές, τα πάθη έντονα, το ατομικό όφελος συγκρουόταν ή ταυτιζόταν με το συλλογικό. Συμμετοχή σε αυτές είχαν και οι ξένοι, πρώτα και κύρια σαν επιλογή των εμπλεκομένων για τις διεθνείς συμμαχίες και τη θέση του μελλοντικού κράτους στο διεθνές καπιταλιστικό  σύστημα που συγκροτείται.

   Κρίσιμο ρόλο για τη μετατόπιση της ισχύος από τους στρατιωτικούς έως και τη νίκη αυτού του μπλοκ έπαιξαν τρία στοιχεία: Πρώτο, «Τα μέλη του στρώματος αυτού προέρχονται, από άποψη καταγωγής, από τον αγροτικό πληθυσμό. Τραχείς και μισοάγριοι πολεμιστές, κατά κανόνα εντελώς αναλφάβητοι, δε διαφέρουν σε τίποτε από το μέσο τύπο του αγρότη της εποχής. Η ομοιότητα δεν περιορίζεται στα εξωτερικά χαρακτηριστικά. Πηγαίνει βαθύτερα, στην πολιτική και ιδεολογική διαμόρφωση. Στο στρώμα αυτό, βρίσκουν, μεταξύ άλλων, έκφραση οι προλήψεις και οι ιστορικές ανεπάρκειες αλλά και το ριζοσπαστικό επαναστατικό πνεύμα της αγροτικής μάζας. Δεν προσφέρεται, βέβαια, σε αμφισβήτηση το ότι ένας Μαυροκορδάτος γνώριζε τα διαχειριστικά, πολιτικά, στρατηγικά και διπλωματικά προβλήματα της Επανάστασης πολύ νωρίτερα και πολύ καλύτερα από έναν Κολοκοτρώνη. Δεν είναι, όμως, λιγότερο γεγονός ότι ο Κολοκοτρώνης κινητοποίησε τις μάζες για την απόκρουση του Δράμαλη και ότι αυτός εξέδωσε την περίφημη διακήρυξη του πολέμου με όλα τα μέσα για τη σωτηρία της Επανάστασης, πράγμα που ο Μαυροκορδάτος δε θα έκανε ποτέ.

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά είναι, στην πραγματικότητα, στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους. Για να παίξει το ρόλο της, η πολεμική αριστοκρατία έπρεπε ακριβώς να μπορεί να αντιπαρατεθεί στην ιστορικά στενή πλευρά της αστικής τάξης σαν επαναστατικής δύναμης χωρίς να μπορεί να αποχωρισθεί από αυτή, να συνδέεται με την αγροτιά και να μην καταλαβαίνει σε βάθος τα προβλήματα της επανάστασης.»[5]

  Δεύτερο, η μεγάλη πολιτική εμπειρία σε συνδυασμό με την οικονομική ισχύ, η οποία όχι μόνο δεν μειώθηκε (τα λαϊκά στρώματα έδωσαν τα πάντα μαζί με την αδυναμία τους να παράγουν λόγω του πολέμου) αλλά αυξήθηκε, έδωσε τα υλικά μέσα στο μπλοκ των εφοπλιστών-εμπόρων και Φαναριωτών να κυριαρχήσουν έχοντας, ταυτόχρονα, το συνολικότερο σχέδιο από τους αντιπάλους τους για την «επόμενη μέρα».

  «Μόλις ξέσπασε ή επανάσταση, ό λαός πρόσφερνε ό,τι είχε και δεν είχε. Οι αγρότες τα ζώα τους και τα γεννήματά τους, οι τσοπαναραίοι και το τελευταίο τους πρόβατο, οι κοπέλες τις προίκες τους, οι γυναίκες τούς άντρες τους, κι όλοι μαζί, χωριάτες και τσοπάνηδες, ναύτες και μικροτεχνίτες, άντρες και γυναίκες έδιναν το αίμα τους και τη ζωή τους για να λευτερωθεί ό τόπος από τον ξένο ζυγό. Στο μεγάλο αυτό εθνικό σάλπισμα της λευτεριάς, οι άστοκοτζαμπάσηδες ξέρετε τί πρόσφεραν; Αφού αντιδράσανε στην κήρυξη της επανάστασης κι ύστερα αναγκάστηκαν να πάρουν μέρος θέλοντας και μη, οxι μόνο δεν άνοιξαν το παραφουσκωμένο πουγκί τους να δώσουν έστω κι ένα γρόσι για τον αγώνα, άλλα βουτήχτηκαν και μεταξύ τους ποιος θα πρωταρπάξει περισσότερα χτήματα άπ’ αυτά πού παράτησαν οι Τούρκοι. Κι όμως, τα χτήματα τούτα -πολλά κι αρκετά εύφορα- ονομάστηκαν «εθνικά» κι είχε αποφασιστεί να πουληθούνε και τα λεφτά να διατεθούν για τον αγώνα. Μα και ή πράξη τούτη ήτανε, το πιο πολύ, μανούβρα των κοτζαμπάσηδων για να μη μοιραστούν τα χωράφια στο λαό, μα να τα πάρουν αυτοί για ένα κομμάτι ψωμί, αν δεν κατάφερναν να τα βουτήξουν με το ζόρι.

Οι ζάπλουτοι πάλι Κουντουριώτηδες κι άλλοι πλούσιοι καραβοκυραίοι, αφού εξόντωσαν τον αρχηγό των ναυτών, τον ανδρείο κα­πετάνιο Οικονόμου, πού τούς ανάγκασε να ‘ρθούνε με το ζόρι στην επανάσταση, ρίχτηκαν με τα καράβια τους πιο πολύ στο πλιάτσικο, παρά στον τούρκικο στόλο.

Τα δάνεια ως πολιτικό εργαλείο

Κι έτσι, αφού ξοδεύτηκαν τα λίγα λεφτά της Φιλικής Εταιρείας και των εμπόρων και πραματευτάδων του εξωτερικού, ή επανάσταση δεν διέθετε πια πεντάρα για τη συνέχιση του αγώνα. Με τούς φόρους δεν ήτανε δυνατό ν’ αντιμετωπιστεί ή κατάσταση. Σύμφωνα με τούς δημόσιους ψευτοπίνακες, από το Μάη του 1823 ίσαμε τον Απρίλη του 1824 τα δημόσια έσοδα φτάσανε τα 12.860.000 γρόσια. Κι απ’ αυτά, τα 7.500.000 τα πρόσφεραν οι Κρητικοί, μερικά εκατομμύρια τ’ άλλα νησιά και πολύ λίγα ή Πελοπόννησος, γιατί οι κοτζαμπάσηδές της κι οι νησιώτες Κουντουριώτηδες και Σία, όχι μονάχα δεν πλήρωναν πεντάρα φόρους, αλλά βάζανε χέρι και σ’ όσα με τόσο συγκινητικό τρόπο πρόσφερε ό φτωχός λαός. Ακουστέ πώς περιγράφει αυτά τα κατορθώματά τους ή «επί των εθνικών λογαριασμών επιτροπή» στην έκθεσή της, πού υπέβαλε στην Τρίτη Εθνική Συνέλευση στις 11 του Απρίλη, αφού δούλεψε επί ένα ολό­κληρο χρόνο χωρίς καμιά βοήθεια και πάλεψε μ’ όλα τα εμπόδια πού ‘βαλαν στο έργο της όσοι είχαν τη φωλιά τους λερωμένη. Με τον έλεγχο, λοιπόν, πού ‘κανε η επιτροπή τούτη στους εθνι­κούς λογαριασμούς από τις αρχές της πρώτης περιόδου ίσαμε το

τέλος της τρίτης, κατάληξε στα παρακάτω συμπεράσματα: Πρώτα, ότι τα εθνικά κατάστιχα ήσαν «νοθευμένα και πλήρη από καταχρήσεις, πλαστοπαρτίδες, ελλείψεις, λάθη και ανωμαλίας». Οι διαχειριστές του δημόσιου ταμείου φούσκωσαν τα έξοδα σε  616.000 γρόσια το χρόνο και τα έσοδα τα περιόρισαν μόνο σε 12.864.000! Τύπωσαν 17.250 ομολογίες αξίας 5 εκατομμυρίων γρο­σιών με αντίκρισμα τα ʺεθνικάʺ χτήματα. Απ’ αυτές, κυκλοφό­ρησαν 3.688, αξίας 1.471.000 γροσίων. Και στα ταμεία βρέθηκαν μόνο άλλες 408, αξίας 42.100 γροσίων. Λείπανε, δηλαδή, 13.154 ομολογίες, αξίας 3.486.900 γροσίων. Αυτές κυκλοφόρησαν στις τσέπες των κοτζαμπάσηδων! «Εις τα κατάστιχα» -συνεχίζει ή επιτρο­πή- «ευρίσκονται και παράνομοι πωλήσεις εθνικών κτημάτων και ανύπαρκτοι πληρωμαί αυτών, ως έπραξε κατά τούτο και ό υπουρ­γός της Οικονομίας της τρίτης περιόδου, εις τα παρ’ αυτού αγορασθέντα κτήματα». «Εκ δε των συνεισφορών αι όποια εδόθη­σαν εις το έθνος από τούς φιλέλληνας και Έλληνας εκτός και εντός της επικρατείας, απ’ αρχής του ιερού αγώνα μέχρι τέλους της τρί­της περιόδου, και αι οποίαι ημπορούν να αναβαίνουν εις μιλιούνια γροσίων, δεν ευρίσκονται περασμέναι εις τα κατάστιχα ειμή μόνον μερικαί εκατοντάδες χιλιάδων γροσίων το ίδιον δε τρέχει και εις τούς κατά καιρούς δοθέντας εράνους»!

Και σε σελίδες ολόκληρες ή επιτροπή αραδιάζει αμέτρητες, ξετσίπωτες λωποδυσίες των άστοκοτζαμπάσηδων. Ό Κολοκοτρώ­νης πού τα ‘βλεπε όλα τούτα, έγραφε στους Σπετσιώτες ότι «οι άρχοντες μας δεν παραδειγματίζονται εις εσάς, να εξοδεύσουν από τα ιδικά των, αλλά σφετερίζονται και τα της Πατρίδος». Και στον υπασπιστή του, τον Φωτάκο, τούς ζωγράφισε πετυχημένα λέγοντάς του ότι «ήλπιζαν να κληρονομήσουν τούς Τούρκους και να μεί­νουν αυτοί εις τον τόπον των…»[6]

  Τρίτος παράγοντας ήταν η πολιτική βοήθεια του πιο ισχυρού παράγοντα της εποχής, της μεγαλύτερης και ισχυρότερης αυτοκρατορίας, της Αγγλικής, που καθόρισε και την τελική έκβαση των εμφύλιων συγκρούσεων και της μεταπολεμικής τάξης πραγμάτων. Δεν είναι αμελητέος αλλά αντίθετα κρισιμότατος ο παράγοντας οικονομικής παρέμβασης που γίνεται με τη χορήγηση των «δανείων της ανεξαρτησίας» βάζοντας, έτσι, έναν ισχυρότατο μοχλό για την ανατροπή των συσχετισμών δύναμης και για την προώθηση των επιδιώξεών τους. Η ιστορία των δύο αυτών δανείων είναι αποκαλυπτική και επιβεβαιώνει απόλυτα τον παραπάνω ισχυρισμό.

  Με διάταγμα του εκτελεστικού, με πρόεδρο τον Μαυροκορδάτο, στις 2-6-1823, αποφασίζεται να συναφθεί δάνειο από 4.000.000 ισπανικά τάληρα. Όρισαν πληρεξούσιο τον Ορλάνδο, κουνιάδο του Κουντουριώτη, το Γ. Ζαΐμη, της γνωστής οικογένειας και τον Λουριώτη, παλιό φίλο του Μαυροκορδάτου. Είναι κατανοητό ότι, από τη μια μεριά, η ανάγκη κεφαλαίων για την αγορά πολεμικού, και όχι μόνο, υλικού είναι κρίσιμος παράγοντας για την επιτυχή έκβαση ενός εθνικοαπελευθερωτικού και όχι μόνο αγώνα. Από την άλλη, είναι σαφές ότι μόνο τυχοδιωκτικά και τοκογλυφικά κεφάλαια μπορούν να βρεθούν, ακόμη και αν υπάρχει ισχυρή υποστήριξη από φιλελληνικούς κύκλους. Αυτό συνεπάγεται απόλυτα τοκογλυφικούς όρους και εγγυήσεις εμπράγματες που, ναι μεν είναι παρακινδυνευμένες σε περίπτωση αποτυχίας, αλλά ταυτόχρονα είναι τόσες μεγάλες που δελεάζουν κάθε τυχοδιωκτικό κεφάλαιο. Και από τέτοια, μετά τη λήξη των Ναπολεόντειων πολέμων βρωμούσε όλη η Ευρώπη, και ιδιαίτερα οι νικητές. Έτσι, οι πληρεξούσιοι είχαν στην πραγματικότητα το ελεύθερο να αποδεχθούν σχεδόν τα πάντα, και φυσικά το έκαναν. Ας τους αναγνωρίσουμε και μια «εθνική» υστεροβουλία. Αν χαθεί ο αγώνας, πάνε στα κομμάτια και οι υποχρεώσεις, και γιʼ αυτό το λόγο «αναγκάζεται» και οικονομικά η αγγλική κυβέρνηση να μας υποστηρίξει, και σε περίπτωση νίκης, θα κληθούν αυτοί στο όνομα των οποίων βγήκε το δάνειο, ο λαός δηλαδή, να πληρώσουν αυτά που άλλοι ξεκοκκάλισαν ή, για να το πούμε κομψότερα, χρησιμοποίησαν για τους δικούς τους σκοπούς!

  Έτσι, συνάπτεται δάνειο από τους τραπεζίτες Longman, O’ Brien, Ellice με ονομαστική τιμή 800.000 λιρών και πραγματική 59% ή 472.000 λίρες. Οι τοκογλύφοι κράτησαν επιπλέον 3% για προμήθεια και μεσιτεία, 1,5% για ασφάλιστρα, κράτησαν τους τόκους για δύο χρόνια μπροστά 80.000 λίρες, τα χρεόλυτρα δύο χρόνων από 1% 16.000λίρες και για προμήθεια πληρωμής τόκων 3.200 λίρες. Σύνολο 43,5% πραγματικό δάνειο που και αυτό δεν πάρθηκε όλο και θα δινόταν σε δόσεις. Η είδηση σύναψης του δανείου πυροδότησε αμέσως τις συγκρούσεις, γιατί όλοι καταλάβαιναν ότι ο διαχειριστής του είχε την οικονομική δυνατότητα να συντρίψει τους αντιπάλους. Ο Οδυσσέας προσπαθεί να έρθει σε συνεννόηση με τον Κολοκοτρώνη και τους οπλαρχηγούς για να περάσουν λεπίδι τους κοτζαμπάσηδες αλλά η σύσκεψη αποτυγχάνει. Ενώ η πρώτη δόση δεν εκταμιεύεται, γιατί δεν πληρούνται οι όροι του αγγλικού φιλελληνικού κομιτάτου, καπάκι έρχεται και η δεύτερη δόση. «Η αναγγελία της αλληλοδιαδόχου αφίξεως των δόσεων γράφει ο Παπαρηγόπουλος ηύξησε τον περί κατοχής της εξουσίας πόθον» που «απέληξεν βαθμηδόν εις δεύτερο εμφύλιο πόλεμο». Μετά από παρέμβαση της Αγγλίας, παραδίδονται τα χρήματα στην τριανδρία Κουντουριώτη, Κωλέττη, Μαυροκορδάτου, η οποία είχε εξουδετερώσει τον Κολοκοτρώνη και αγοράζοντας με λεφτά του δανείου τον Γκούρα, βγάζει από τη μέση το μόνο σοβαρό αντίπαλο από το λαϊκό στρατόπεδο, τον Ο. Ανδρούτσο. Από το δάνειο αυτό η κυβέρνηση πήρε τελικά 310.000, χρεώνοντας τον ελληνικό λαό με 800.000 και έχοντας βάλει ως υποθήκη όλες(!) τις εθνικές γαίες και τα έσοδα από τις αλυκές και τα διβάρια. Με αυτούς τους όρους έπεσε χοντρός ανταγωνισμός γαλλικών και αγγλικών κεφαλαίων για το ποιος να μας δανείσει για δεύτερη φορά… Αυτή τη φορά προτιμήθηκαν οι Ιάκωβος και Σαμψών Ρικάρδο του Λονδίνου για ένα δάνειο με ονομαστική τιμή 2.000.000 λιρών και 5% τόκο και πραγματική 55%, που μετά από τις απαραίτητες ευφάνταστες αφαιμάξεις, έφτασε να απομείνει 816.000 λίρες ή το 40.08%. Ένα τεράστιο ποσό για τα δεδομένα της επαναστατημένης Ελλάδας που η με σύνεση διαχείρισή του θα είχε ορίσει αλλιώς την ιστορία της. Για παράδειγμα, θα μπορούσε να σωθεί το Μεσολόγγι με μόνο 100.000 τάληρα που ήταν αρκετά για αυτό το σκοπό και που, όπως γράφει ο Παπαρηγόπουλος, «η ελληνική κυβέρνηση λαβούσα εις τας χείρας αυτής κατά το προλαβόν δωδεκάμηνον εκατομμύρια περίπου ταλήρων, δεν ηδυνήθη να οικονομήση εξ αυτών τας 100 εκείνας χιλιάδας από των οποίων εξηρτήθη η τύχη της Ελλάδας.» Άφησαν, λοιπόν, το Μεσολόγγι νηστικό και άοπλο να πέσει. Αλλά και το υπόλοιπο πήγε άπατο, δήθεν στην προσπάθεια να ναυπηγήσουν σύγχρονο στόλο που δεν έφθασε ποτέ εκτός από ένα ατμοκίνητο, το οποίο δεν μπορούσε να κινηθεί και μια φρεγάτα από τις ΗΠΑ, που αφού κόστισε δεκαπλάσια, μετά από ξεσηκωμό των φιλελλήνων της Αμερικής, κατάφερε να φτάσει πολύ αργά. Έτσι, από όλο το δάνειο έφτασαν στην Ελλάδα 232.500 λίρες, που χρησιμοποιήθηκαν για την ενίσχυση των οικονομικών των πρωταγωνιστών της εποχής, όπως ο Κουντουριώτης και άλλοι υδραίοι εφοπλιστές οι οποίοι πήραν αποζημιώσεις για όσα προσέφεραν στον αγώνα. Για αυτούς ήταν κανονική επιχείρηση, όπως και οι λεηλασίες και οι πειρατείες που τους γέμιζαν τις κάσες. Μερίδιο πήραν όλα τα στηρίγματα του καθεστώτος, ενώ το υπόλοιπο σπαταλήθηκε στην εξαγορά αντιπάλων.

   Γιʼ αυτά τα δάνεια, όπως και για πολλά άλλα, θα ασχοληθούμε εκτενώς αλλού, γιατί είναι κρίσιμος παράγοντας στην εξέλιξη του καπιταλισμού στη χώρα μας. Αποτέλεσαν το βασικό κίνητρο για την ισχυρή, μέσα στην αριστερά, θεωρία της εξάρτησης της χώρας από τους ξένους. Ένα κρίσιμο ζήτημα που δεν γίνεται να μη μας απασχολήσει στη συνέχεια και που θα προσπαθήσουμε να δώσουμε την πιο αντικειμενική απάντηση.

Παραλίγο το κύκνειο άσμα

Ο ρόλος των ξένων

  Στα τέλη του 1825, εισβάλλει ο Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο και η επανάσταση φθάνει στο χείλος του γκρεμού. Μια ορισμένη αναζωογόνηση της δύναμης των στρατιωτικών φέρει η αντίσταση του Κολοκοτρώνη. Η Αγγλία αποφασίζει να προτείνει το σχηματισμό ημιαυτόνομης ελληνικής ηγεμονίας υπό την κυριαρχία του Σουλτάνου –στην πραγματικότητα ένα αγγλικό προτεκτοράτο– και με δική της πρωτοβουλία υπογράφεται από τις τρεις δυνάμεις Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία ένα πρωτόκολλο, βάσει του οποίου καλούν τους εμπόλεμους να πάψουν τις εχθροπραξίες και να αρχίσουν τις διαπραγματεύσεις. Απαίτηση που αρνείται η άλλη πλευρά, και, έτσι, επιβάλλουν με τη δύναμη των όπλων τη θέληση τους. Τον Οκτώβρη, στη ναυμαχία του Ναβαρίνου, ο ενωμένος στόλος των τριών δυνάμεων συντρίβει τον τουρκοαιγυπτιακό. Τον Απρίλιο του 1828, ξεσπάει ο ρωσο-τουρκικός πόλεμος. Λίγους μήνες αργότερα αποβιβάζονται στην Πελοπόννησο γαλλικά στρατεύματα για να εκκαθαρίσουν την περιοχή από τα υπολείμματα του αιγυπτιακού στρατού. Ο Καποδίστριας ήρθε στην Ελλάδα τον Ιανουάριο του 1828 και τον ίδιο μήνα ανέστειλε, με τη συναίνεση και των τριών κομμάτων, την ισχύ του Συντάγματος.

  Το 1829, υπογράφεται μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας η Συνθήκη της Αδριανούπολης, με την οποία επικυρώνεται η νίκη της Ρωσίας στον πόλεμο μεταξύ των δύο χωρών. Ο Σουλτάνος υποχρεώνεται με τη συνθήκη αυτή να αποδεχθεί τη λύση που θα διατύπωναν οι μεγάλες Δυνάμεις για το ελληνικό πρόβλημα. Το 1830, υπογράφεται το Πρωτόκολλο του Λονδίνου ανάμεσα στην Αγγλία, τη Γαλλία και τη Ρωσία, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα αναγνωρίζεται ως ανεξάρτητο βασίλειο. Ο Καποδίστριας, αφού ταυτίστηκε με το ρωσικό κόμμα και δημιουργήθηκαν ρήξεις και εξεγέρσεις, δολοφονήθηκε το Σεπτέμβριο του 1831. Στις 25 Ιανουαρίου 1833, σε ηλικία 17 ετών, ο Όθωνας, εκλεκτός των ξένων για να κυβερνήσει, αποβιβάστηκε στο Ναύπλιο, από τη βρετανική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη», συνοδευόμενος από τριμελή Αντιβασιλεία Βαυαρών (που θα κυβερνούσε μέχρι αυτός να ενηλικιωθεί, το 1835) και πολυμελή βαυαρικό τακτικό στρατό (3.850 στρατιώτες) που βαθμιαία συμπληρώθηκε από «εθελοντές», στην πλειοψηφία τους Γερμανούς. Έτσι, αρχίζει η ιστορική πορεία του νεοελληνικού κράτους. Για αλλού ξεκίνησε και σε άλλα μέρη βρέθηκε.

  Είναι αναγκαία, ακόμη, μια μικρή ιστορική παρένθεση. Στη διάρκεια του αγώνα σχηματίστηκαν τρία κύρια κόμματα που πήραν το όνομα τους από τις τρεις μεγάλες δυνάμεις της εποχής και που, σε γενικές γραμμές, εξέφραζαν τα κύρια ρεύματα που διαμορφώθηκαν μέσα στην κυρίαρχη τάξη, το εφοπλιστικό-εμπορικό-τοκογλυφικό(γαιοκτημονικό)-στρατιωτικό μπλοκ με τους αναγκαίους συμβιβασμούς και διαπλοκή. Η ονοματική αναφορά είχε να κάνει, κυρίως, με τη στρατηγική συμμαχία που επιθυμούσε το κάθε τμήμα με τα ιδιαίτερα συμφέροντά του, για την ένταξη της χώρας στο διεθνή καταμερισμό και την καλύτερη, κατά τη γνώμη τους, ιδιαίτερη εξυπηρέτηση των ίδιων συμφερόντων και όχι μια άνευ όρων υποταγή στους ξένους (στο ξένο κεφάλαιο στην ουσία) και τη πρακτόρευση αυτού στη χώρα. Εκτίμηση που θα αποδειχθεί στη συνέχεια. Θα πρέπει να επισημάνουμε και τη μεταστροφή των κυρίαρχων, με το τέλος του αγώνα, στον Βοναπαρτισμό, στην απολυταρχική, δηλαδή, άσκηση της εξουσίας. Από εκεί που είχαν ψηφίσει στην Τροιζήνα, το 1827, το δημοκρατικότερο σύνταγμα της Ευρώπης, μόλις φάνηκε να κατοχυρώνεται η κρατική κυριαρχία, με απίστευτο ταξικό ένστικτο όλες οι πτέρυγες αποδέχθηκαν αυταρχικές- ημιδικτατορικές λύσεις, οι οποίες έβαζαν στην κατάψυξη, πρώτα και κύρια, την όποια συμμετοχή του λαού ή την επίδρασή του στις πρώτες εξελίξεις που θα καθόριζαν την οικονομική βάση του νέου κράτους. Και,μάλιστα, ενός λαού ένοπλου! Έτσι εξηγείται η στάση και των τριών κομμάτων και στο διορισμό του Καποδίστρια, και στου Όθωνα, ευελπιστώντας σε μια κατάσταση ουδετερότητάς τους απέναντι σε όλες τις πτέρυγες του κεφαλαίου, ταξικής κυριαρχίας, απέναντι στις λαϊκές μάζες όπως και τη θεσμική κατοχύρωση των διεθνών συμμαχιών και της ένταξής τους στο διεθνή καταμερισμό του κεφαλαίου.

   Η χώρα βγήκε σε τραγική κατάσταση από τον εθνικοαπελευθερωτικό αγώνα. Ο παραγωγικός ιστός, η αγροτική παραγωγή και η βιοτεχνία, ρημαγμένοι. Οι λαϊκές μάζες εξαθλιωμένες. Είναι χαρακτηριστική η παρακάτω περιγραφή:

  «Για τους αγωνιστές, τις χήρες και τα ορφανά, και για κείνους που θυσίασαν το εδικό τους στον αγώνα της πατρίδας, και ήταν νοικοκυραίοι και τώρα είναι διακοναραίοι, δεν έχει ψωμί η πατρίδα· γι’ αυτούς όλους είναι φτωχή και για τον Αρμασπέρη έχει, οπούρθε ψωργιασμένος κόντης κι έφυγε μ’ ένα μιλλιούνι τάλλαρα κι αγόρασε στην πατρίδα του (τη Βαυαρία) έναν τόπο και τον έβγαλε ʺΕλλάςʺ και μουτζώνει εμάς τους ανόητους Έλληνες αυτός και οι άλλοι Μπαυαρέζοι και οι φίλοι τους οι εδικοί μας. Πού ’ναι τόσα μιλλιούνια δάνεια πού είναι οι πρόσοδοι, πού είναι οι καλύτερες γες, πού ’ναι οι μύλοι, πού ’ναι τ’ αργαστήρια των Τούρκων και τα σπίτια, πού είναι τα περιβόλια και οι σταφιδότοποι; Ποιος τάχει παρμένα; Ο Αρμασπέρης με τους άλλους Μπαυαρέζους έδιναν των δικών μας των χαραμοταϊσμένων αυτά όλα και τους στράβωναν, κι αυτείνοι πήραν τα χρήματα και τα παίρνουν ολοένα».

«Καὶ τέλος πάντων, πατρίδα, αὐτεῖνοι κατατρέχονται ἀπὸ τοὺς Ἐκλαμπρότατους, ἀπὸ τοὺς Ἐξοχώτατους, ἀπὸ τὸν Κυβερνήτη σου κι᾿ ἀδελφούς του. Ὁ Ἀγουστίνος κι᾿ ὁ Βιάρος αὐτείνων τῶν σκοτωμένων τὶς γυναῖκες καὶ κορίτζα κυνηγοῦν. Αὐτοὺς τοὺς ἀγωνιστᾶς κατατρέχουν καὶ τοὺς λένε νὰ πᾶνε νὰ διακονέψουν: ‟Ποιός σας εἶπε, τοὺς λένε, νὰ σηκώσετε ἄρματα νὰ δυστυχήσετε;” Ἔχουνε δίκαιον, ὅτι ὁ Ζαΐμης χρώσταγε τῶν Τούρκων ἕνα μιλιούνι γρόσια, καὶ οἱ Ντεληγιανναῖγοι καὶ οἱ Λονταῖγοι καὶ οἱ ἄλλοι, κι᾿ ὁ Μεταξάς, κόντες τῆς πιάτζας, χωρὶς παρά, κι᾿ ὁ Κωλέτης ἕνας γιατρός, ὁ Μαυροκορδάτος τζιράκι τῆς Κωσταντινοπόλεως. Τοὺς φκειάσαν αὐτεῖνοι οἱ διακονιαραῖγοι, οἱ ἀγωνισταί, Ἐκλαμπρότατους, τοὺς λευτέρωσαν ἀπὸ τοὺς Τούρκους κι᾿ ἀπὸ τὰ χρέη, ὁποῦ χρώσταγαν τῶν Τούρκων, κ᾿ ἔγιναν τώρα μεγάλοι καὶ τρανοί. Γύμνωσαν καὶ τοὺς Τούρκους, παίρνοντας τὸ βίον τους, καὶ τὸ ἔθνος τὸ γύμνωσαν καὶ τὸ ἀφάνισαν, γιόμωσαν φατρίες καὶ κακίες τοὺς ἀνθρώπους τοῦ ἀγῶνος.»[7]

     Οι εθνικές γαίες λυμαίνονται από τους κοτσαμπάσηδες ενώ οι αγρότες τις χρησιμοποιούν πληρώνοντας βαρείς φόρους. Ο ασιατικός τρόπος παραγωγής έχει πλήρως διαλυθεί και η ατομική ιδιοκτησία ή ιδιοποίηση της αγροτικής γης προχωρά με άλματα, έστω και με άλυτο το νομικό καθεστώς που έχει κρατικοποιήσει τη γη και την έχει υποθηκεύσει στο ξένο κεφάλαιο με τα «δάνεια της ανεξαρτησίας». Οι εμποροχρηματικές σχέσεις, ενώ έχουν δεχθεί ισχυρό πλήγμα λόγω του πολέμου σιγά-σιγά επανέρχονται, όπως και το εμπόριο, με την πρώτη ανάκαμψη της αγροτικής παραγωγής. Οι αστικές σχέσεις παραγωγής έχουν εισβάλει για τα καλά και δεν πρόκειται να σταματήσουν να εξαπλώνονται, αν δεν κυριαρχήσουν απόλυτα.[8] Οι μόνοι που έχουν μεγάλα κεφάλαια -είναι και οι πραγματικοί νικητές- το εφοπλιστικό εμπορικό κεφάλαιο και οι στενοί τους συνεργάτες, οι τοκογλύφοι- γαιοκτήμονες της υπαίθρου.

Η Μεγάλη Ιδέα

   Έξω από τα όρια του νεοελληνικού κράτους, που φτάνει λίγο έξω από τη Λαμία, και περιλαμβάνει λίγα νησιά του Αιγαίου μένουν οι ελληνικοί πληθυσμοί όπως και τα κεφάλαιά τους στα μεγάλα κέντρα της διασποράς και στα παράλια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.[9] Το γεγονός θα σφραγίσει την εξωτερική και εσωτερική πολιτική του νεοσύστατου κράτους. Θα αποτελέσει τη βάση της επεκτατικής πολιτικής που οραματίζεται η άρχουσα τάξη, που δε βολεύεται καθόλου στο μικρό ρόλο που της έλαχε και θα ονομασθεί «Μεγάλη Ιδέα». «Βεβαίως η ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας, της επέκτασης, δηλαδή της ελληνικής επικράτειας σε ολόκληρη τη Βαλκανική μέχρι τον Δούναβη και στη Μικρά Ασία μέχρι τον Ταύρο, όπως όμως, επίσης και η εμμονή στην αναγκαιότητα της συνταγματικής αντιπροσωπευτικής διακυβέρνησης αποτελούσαν κοινές ιδεολογικοπολιτικές σταθερές και των τριών κομμάτων.»[10] Θα κυριαρχήσει στον Ελλαδικό χώρο και, εκτός φωτεινών εξαιρέσεων, μόνο με την εξάπλωση της σοσιαλιστικής ιδεολογίας θα βρει ισχυρό αντίπαλο. Η ιστορική εξέλιξη είναι εν τέλει αυτή που θα την ενταφιάσει 100 χρόνια μετά, σκεπάζοντας την με τα αμέτρητα συντρίμμια μιας μεγάλης καταστροφής…

Απόσπασμα από το βιβλίο «Το ελληνικό πρόβλημα Γέννηση Εξέλιξη Διέξοδος» του Αλέξανδρου Καπακτσή


[1] Το ίδιο το στράτευμα του Υψηλάντη, θα πλαισιώσουν χιλιάδες Βαλκάνιοι, που διέβλεπαν στο επαναστατικό προσκλητήριο του αρχηγού, τη διέξοδο και για τους δικούς τους πόθους. Πλάι στους Αλβανούς, Βούλγαρους, Σέρβους, Μαυροβούνιους και Μολδαβούς, απαντά κανείς στους καταλόγους της Φιλικής Εταιρείας που διασώθηκαν και έναν μικρό αριθμό επαναστατών από πιο μακρινές χώρες, που κατάφεραν μετά την συντριβή του στρατεύματός τους στο Δραγατσάνι, να περάσουν στη Ρωσία: τον Φρατσέσκο Σαβόνι από την Ισπανία, τον Γάλλο ναύτη Ζαν Πλοσιέ, τον Ιταλό Ιωσήφ Σπέλτι, τον Ναπολιτάνο Άγγελο Πινατέλο, ή τον Πρώσσο Φρίντιχ Γκεντς. Σέρβους και Βούλγαρους απαντούμε στο τμήμα του Γεωργάκη Ολύμπιου και του Ιωάννη Φαρμάκη που συνέχισαν τον αγώνα μέχρι το μοναστήρι του Σέκου, όπως επίσης και στο τμήμα του Αθανάσιου Καρπενησιώτη, στο οποίο συμμετείχε και ο βούλγαρος αρματολός Ιντζέ Βοεβόδας με τα παλικάρια του.

[2] Η Αϊτή είναι  η πρώτη χώρα πού αναγνώρισε την Ελληνική Επανάσταση του 1821 διά του Προέδρου της Μπουαγιέ. Μόλις που τελείωσε τον δικό της απελευθερωτικό πόλεμο εναντίον των Γάλλων αποικιοκρατών κατεστραμμένη οικονομικά, έστειλε στο Παρίσι στον Αδαμάντιο Κοραή 25 τόνους καφέ να εκποιηθούν για να αγορασθούν όπλα για τον αγώνα. Επίσης έστειλε 100 εθελοντές μαύρους στρατιώτες να πολεμήσουν στο πλευρό των Ελλήνων. Δεν έφθασαν ποτέ, φημολογείται ότι τους μακέλεψε ο γάλλος του οποίου τα μπακάλικα ρημάζουν σήμερα την Ελληνική οικονομία.

[3] Η άφιξη του Δημήτριου Υψηλάντη στην Πελοπόννησο τον Ιούνιο του 1821, θα φέρει και τους πρώτους δυτικοευρωπαίους πολεμιστές: Είναι ο γάλλος συνταγματάρχης Ολιβιέ Βουτιέ που αναλαμβάνει το πρώτο τμήμα Πυροβολικού υπό τις διαταγές του και ο ταγματάρχης Μπαλέστε, παλιός αξιωματικός του Ναπολέοντα που προήχθη σε συνταγματάρχη. Μαζί τους ο Υψηλάντης θα συγκροτήσει τρεις λόχους τακτικού στρατού – το πρώτο πρόπλασμα τακτικού στρατεύματος στην Ελλάδα. Ένα χρόνο αργότερα, θα συγκροτηθεί και το τακτικό σύνταγμα Πεζικού με επικεφαλής τον ιταλό συνταγματάρχη Πιέτρο Ταρέλλα. Το σύνταγμα αυτό, μαζί με άλλους δύο λόχους ευρωπαίων φιλελλήνων και ένα σώμα επτανησίων εθελοντών, πολέμησε στο Πέτα της Άρτας στις 4 Ιουλίου του ’22 υπό τις διαταγές του γερμανού στρατηγού Κάρολου Νόρμαν, πλάι στους Έλληνες, του Μπότσαρη, του Βλαχόπουλου και του Γώγου. Τους περίμενε η συντριβή, εν πολλοίς οφειλόμενη στην εγκατάλειψη του πεδίου της μάχης από τον Γώγο, που προσχώρησε στη συνέχεια στους Τούρκους. Από τους περίπου 150 ευρωπαίους, σώθηκαν μόλις 8. Στους νεκρούς συγκαταλέγεται ένας έφηβος 16 ετών, ο Deiss από την Βαϊμάρη, ενώ ο Νόρμαν που επέζησε, πέθανε λίγες μέρες αργότερα από τη θλίψη του. Πηγή ΑΠΕ

[4]  Συνταγματική ιστορία. Βουλή των Ελλήνων

[5] 1821 : Οι εμφύλιες συγκρούσεις Θανάσης Παπαρήγας ERODOTOS WEBLOG

[6] Το ξένο κεφάλαιο στην Ελλάδα. Ν. Μπελογιάννης εκδόσεις  Άγρα σελ. 53-55

[7] Από τα απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη. 

[8] «Ουσιαστικά στην φάση αυτή κυριαρχούσαν στοιχεία και διαδικασίες του σταδίου του ελεύθερου ανταγωνισμού, ταυτόχρονα όμως με ιδιόμορφες πολιτικές που προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν εκ των ενόντων τα προβλήματα εδραίωσης και ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων.» “Στάδια της καπιταλιστικής ανάπτυξης στην Ελλάδα. Είναι εν εξελίξει ένα νέο στάδιο της σήμερα;” Ιωαννίδης Α. – Μαυρουδέας Στ. Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Τμήμα Οικονομικών

[9] Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ελληνικός πληθυσμός της Μικράς Ασίας από 7,9% του

συνολικού πληθυσμού της περιοχής κατά τον 18ο αιώνα φτάνει στο 21% του μικρασιατικού πληθυσμού το 1880. Ανάλογη είναι η εξέλιξη των ελληνικών μειονοτήτων στη Ρουμανία, τη Νότια Ρωσία και την Αίγυπτο, παρ ότι βέβαια στις περιοχές αυτές έχουμε να κάνουμε με πολύ μικρότερα ποσοστά Ελλήνων στον συνολικό πληθυσμό. Καθ’ όλο τον 19ο αιώνα οι Έλληνες του εξωτερικού είναι σαφώς περισσότεροι από τους κατοίκους του Βασιλείου. Αυτό που όμως έχει τη μεγαλύτερη σημασία δεν είναι ο αριθμός των Ελλήνων του εξωτερικού αλλά ο οικονομικός (και κατ επέκταση διεθνοπολιτικός) ρόλος που έπαιζαν οι ελληνικές μειονοτικές κοινότητες στον ανατολικοευρωπαικό και βορειοαφρικανικό χώρο: Στην Οθωμανική Αυτοκρατορία οι Έλληνες έλεγχαν περίπου το 50% της βιομηχανικής παραγωγής (ολόκληρης της Αυτοκρατορίας, όχι μόνο των περιοχών όπου ήταν έντονο το ελληνικό στοιχείο) και περισσότερο από το 50% του οθωμανικού εξωτερικού εμπορίου. Αξίζει εδώ να σημειώσουμε ότι κατά τον 19ο αιώνα στα χέρια των Τούρκων βρίσκεται μόνο το 15% της βιομηχανικής παραγωγής της Αυτοκρατορίας, ενώ από το υπόλοιπο που δεν ελεγχόταν από τους Έλληνες, περισσότερο από το 15% ήταν στα χέρια των Αρμενίων, το 5% ελεγχόταν από τους Εβραίους και το 10% από άλλες εθνικές μειονότητες.

Στην Αίγυπτο οι Έλληνες έλεγχαν πάνω από 50% των εξαγωγών βαμβακιού και τσιγάρων (δηλαδή πάνω από 25% των συνολικών εξαγωγών της χώρας) και τη δεύτερη σε μέγεθος αιγυπτιακή τράπεζα (την Αngo-Εgyptian Βank). Στη μεγαλύτερη αιγυπτιακή

τράπεζα της εποχής (την Νational Βank) οι Έλληνες διατηρούν μια ιδιαίτερα σημαντική συμμετοχή. Μετά το 1890 οι ελληνικές τράπεζες ιδρύουν αρκετά υποκαταστήματα στην

Αίγυπτο. Παράλληλα, η πλειοψηφία των «τοκογλύφων» και περισσότεροι από το 1/4 των επιστημόνων της Αιγύπτου (γιατροί, δικηγόροι, δικαστές κ.λπ.) είναι την ίδια εποχή Έλληνες. Η σημασία αυτών των ποσοστών γίνεται κατανοητή αν λάβουμε υπόψη ότι η ελληνική κοινότητα της Αιγύπτου, παρ ότι ήταν η πολυαριθμότερη κοινότητα ξένων στη χώρα, δεν ξεπέρασε ποτέ μέχρι το 1880 τα 30.000 άτομα. Στη Ρωσία και τη Ρουμανία βρίσκεται στα χέρια Ελλήνων εμπόρων το μεγαλύτερο μέρος των εξαγωγών δημητριακών, που, για την περίπτωση της Ρωσίας, αποτελούσαν στα μέσα της δεκαετίας του 1830 το 15% και το 1870 το 31% των συνολικών εξαγωγών της  χώρας. Γ. Μηλιός  2. Οικονομική ανάπτυξη και διεθνές περιβάλλον: Οι οικονομικές βάσεις της μεγάλης ιδέας σελ. 10

[10] Ελληνικός κοινωνικός σχηματισμός Από τον επεκτατισμό στην καπιταλιστική ανάπτυξη  Γ. Μηλιός σελ. 142

euforipediada.blogspot.com/