Όνειρα, εφιάλτες και «μη με ξυπνάτε»

Της Μαριάννας Τζιαντζή

«Λουκάνικα, λουκάνικα!» Πέρασαν δέκα χρόνια από τότε που προβλήθηκε μια τηλεοπτική διαφήμιση για μια εταιρεία κινητής τηλεφωνίας. Βρισκόμαστε έξω από ένα ποδοσφαιρικό γήπεδο. Τσίκνα, συνωστισμός, φασαρία, και ο υπαίθριος πωλητής που ετοιμάζει σάντουιτς κλείνει τον χειμαρρώδη μονόλογό του κραυγάζοντας «Όνειρο ζω, μη με ξυπνάτε!»

Η διαφήμιση αυτή χαρακτηρίστηκε η πιο πετυχημένη της χρονιάς, κάτι που δεν οφειλόταν μόνο στις ατάκες της («ομορφάντρα μου εσύ!») αλλά και στη λαϊκότητα και το ταλέντο του ηθοποιού Μανώλη Μαυροματάκη που υποδυόταν τον σαντουιτσά.

Ήταν η δεύτερη μνημονιακή χρονιά, με τις άγριες περικοπές σε μισθούς και συντάξεις, με την ανεργία να καλπάζει, με τις αυτοκτονίες να πληθαίνουν και με την κυβέρνηση να μας πατά στον σβέρκο. Δεν ήταν όνειρο αυτό που ζούσε τότε ο ελληνικός λαός, όπως δεν είναι όνειρο αλλά εφιάλτης αυτό που ζουν σήμερα σχεδόν όλοι, ιδίως οι πιο φτωχοί και στερημένοι. Ένας παρατεταμένος εφιάλτης που την επίσημη διαχείρισή του έχει αναλάβει μια κυβέρνηση που ενσαρκώνει τα πιο τολμηρά όνειρα του παγκόσμιου κεφαλαίου για μια κοινωνία πειθαρχημένη, για ένα εργατικό κίνημα παροπλισμένο, για δημοκρατικές ελευθερίες συρρικνωμένες.

Πριν δέκα χρόνια η κυβέρνηση «έκοβε» ασύστολα. Η σημερινή κυβέρνηση επαίρεται ότι «δίνει»: επιδοτήσεις, διευκολύνσεις, δωρεάν εμβόλια, δωρεάν self-test. Όμως όλοι ξέρουμε ότι αυτά τα λίγα που δίνει, θα τα πάρει πίσω (η ίδια ή η επόμενη κυβέρνηση) με ληστρικό τόκο. Με δικαιολογημένο τρόμο οι περισσότεροι από εμάς βλέπουμε την επόμενη μέρα, τη μετακορονοϊκή εποχή, τη νέα «κανονικότητα», βλέπουμε την εποχή που θα «ξυπνήσουμε» για να ζήσουμε έναν άλλου είδους εφιάλτη.

«Κανείς δεν μένει στα λιγότερα όταν μπορεί να έχει περισσότερα»: με αυτό το σύνθημα έκλεινε εκείνη η κλασική, όπως μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε, διαφήμιση. Και το «περισσότερα» δεν ήταν μια δίκαιη και καλύτερη κοινωνία για όλους, αλλά περισσότερος, απεριόριστος χρόνος συνομιλίας στα κινητά μας. Σήμερα, ενώ η κοινωνική ζωή συρρικνώνεται και στριμώχνεται στην οθόνη του κινητού ή του υπολογιστή μας, πάλι μας τάζουν όχι τα περισσότερα αλλά τα γρηγορότερα. Ταχύτερες συνδέσεις που θα μας επιτρέπουν να βλέπουμε στο ατομικό κουτάκι μας ό,τι συμβαίνει τώρα παντού. Τo μεγαλύτερο 5G δίκτυο στην Ελλάδα, με τις «απίστευτες ταχύτητές» του, σε κάνει «ελεύθερο να ζήσεις ό,τι δεν είχες ποτέ φανταστεί». Ήρθε, όπως υπόσχονται οι τωρινές διαφημίσεις της ίδιας εταιρείας, «για να μας βοηθήσει να αλλάξουμε θεαματικά τον τρόπο που ζούμε, εργαζόμαστε και διασκεδάζουμε».

Για να χτίσει ο καθένας τα δικά του παλάτια στην ψηφιακή άμμο, θα προσθέταμε. Μπορεί κανείς να είναι άνεργος ή εργαζόμενος σε αναστολή (των 530 ευρώ), όμως μπροστά στη μικρή ή μικρομεσαία οθόνη του είναι ή νομίζει ότι είναι βασιλιάς! Μπορεί, εφόσον εξακολουθεί να εργάζεται, να παίζει καθημερινά τη ζωή και την υγεία του κορόνα-γράμματα, όμως στον ελεύθερο χρόνο του μπορεί να περιπλανιέται στα ψηφιακά βασίλεια όλου του κόσμου. Μάλιστα, μπορεί εύκολα να κάνει ψηφιακή αντιπολίτευση, να γίνει μικρός αρχηγός, να βρει εκατοντάδες ή χιλιάδες ασώματους φίλους που θα τον ακολουθήσουν στις εκστρατείες του, να συγκεντρώσει πάμπολλα «λάικ» στο φέισμπουκ, το ίνστανγκραμ κλπ. Όσο και αν στον ίδιο δεν αρέσει, δεν «λάικ» τη ζωή του, πάντα θα βρίσκονται κάποιοι που θα κάνουν «λάικ» στις κραυγές, στις απόψεις, στις φωτογραφίες και στα αστεία του.

Ο σημερινός εφιάλτης έχει τις αποχρώσεις του. Άλλον εφιάλτη ζει το παιδί στο διαμέρισμα που δεν μπορεί να παίξει στην αυλή του νηπιαγωγείου ή του σχολείου με τους φίλους του, άλλον εφιάλτη ζουν οι ασθενείς με Covid ή άλλα νοσήματα στη ζούγκλα των δημόσιων νοσοκομείων ενώ άλλοι βγαίνουν κερδισμένοι από τον εφιάλτη των άλλων (π.χ. αλυσίδες σουπερμάρκετ, κλινικάρχες, ιδιοκτήτες κολεγίων).

Η πανδημία έχει προσφέρει στις δυνάμεις του κεφαλαίου την ευκαιρία να διαμορφώσουν την κοινωνία των ονείρων τους: μια κοινωνία ναρκωμένη, φοβισμένη, υπάκουη και διαχειρίσιμη που θα καταναλώνει όσα ψηφιακά ψίχουλα ευτυχίας τής προσφέρουν. Μια κοινωνία όπου ο κυνισμός θα επιβραβεύεται (χαρακτηριστική εδώ η περίπτωση της κυρίας Μενδώνη). Μια κοινωνία που δεν θα ξέρει τους ποιητές, αλλά άτομα σαν τον Φουρθιώτη.

Πώς θα ξυπνήσουμε απ’ αυτόν τον εφιάλτη; Ποιοι νέοι εφιάλτες θα τον διαδεχτούν και τι μπορούμε να κάνουμε για να τους αποτρέψουμε; Πώς να ανοίξουμε τον δρόμο στην πραγματική ζωή και στο όνειρο, χωρίς να αφήσουμε τη διεκδίκησή τους στους εγωιστές και τους σκοταδιστές; Μεγάλη η ευθύνη και η πρόκληση, δύσκολες και διόλου ετοιμοπαράδοτες οι απαντήσεις.

Πριν