Δημήτρης Χριστόπουλος: Νέοι Εχθροί και Παλιοί Σύμμαχοι

Απόσπασμα από το βιβλίο Το «βαθύ κράτος» στη σημερινή Ελλάδα και η Ακροδεξιά: Αστυνομία, Δικαιοσύνη, Στρατός, Εκκλησία (Εκδ. Νήσος/Ινστιτούτο Rosa Luxemburg, 2014). Ο Δημήτρης Χριστόπουλος είναι καθηγητής στο τμήμα πολιτικών επιστημών και ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου

Η μετανάστευση σε αστυνομικά χέρια: ο νέος εχθρός της δεκαετίας του 1990…

Η δεκαετία του 1990 κόμισε πολλά νέα στοιχεία στην ελληνική κοινωνία, και επομένως καινούριες προκλήσεις στην Ελληνική Αστυνομία, με πρώτη και καλύτερη τη διαχείριση του μεταναστευτικού. Η κατάρρευση των βαλκανικών κυρίως καθεστώτων του «υπαρκτού σοσιαλισμού» δρομολόγησε  έντονες μεταναστευτικές ροές προς την Ελλάδα, μια χώρα που έως τότε ζούσε ανέμελα τον μύθο της μονοπολιτισμικής κοινωνίας, τον οποίο και τροφοδοτούσε με κάθε λογής ιδεολογήματα. Η βία και καταστολή, στην οποία πρωταγωνίστησαν τα σώματα ασφαλείας, ιδίως στη Βόρεια Ελλάδα, αποτέλεσαν βασικά εργαλεία για την επίτευξη του στόχου  – αλλά και του μύθου – μιας εθνοτικά ομογενούς κοινωνίας.

Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου αλλάζει εντελώς τα δεδομένα, καθώς η χώρα, που έχει μπει σε μια τροχιά καπιταλιστικής ανάπτυξης πρωτοφανούς  τόσο για τα δεδομένα  της όσο και για την περιοχή, γίνεται πρώτης τάξης μεταναστευτικός προορισμός  για τους γείτονες. Σε αυτήν ακριβώς τη συγκυρία, για σχεδόν μία δεκαετία, το κράτος εναπόθεσε, σχεδόν πλήρως, τη διαχείριση του μεταναστευτικού στην Ελληνική Αστυνομία. O  πρώτος  νόμος  με τον οποίο η πολιτεία αντέδρασε  στην ένταση των μεταναστευτικών ροών  (Νόμος  1975/1991) ουσιαστικά απαγορεύει  τη  μετανάστευση. Η διατύπωση φαίνεται αφοριστικά απλοϊκή, ωστόσο περί αυτού πρόκειται: στο νομοθέτημα, δεν προβλεπόταν κανένας ρεαλιστικός τρόπος  νόμιμης εισόδου στην Ελλάδα.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι το ίδιο το κράτος, διά της μεθόδου αυτής, αφενός ενθάρρυνε την παράνομη μετανάστευση, καθώς είχε κλείσει όλες τις πιθανές διόδους  νόμιμης εισόδου, παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, και αφετέρου  έδωσε στην Ελληνική Αστυνομία μια λευκή εντολή ανάσχεσης του μεταναστευτικού ρεύματος συνολικά. Η Ελληνική Αστυνομία, εκτός του ότι δεν είχε την παραμικρή εκπαίδευση για να διαχειριστεί σχέσεις με αλλοδαπό πληθυσμό, αδυνατούσε να εντάξει το επιχειρησιακό της σχέδιο σε κάποια ευρύτερη  κρατική στρατηγική για τη μετανάστευση, διότι, πολύ απλά, τέτοια στρατηγική, επισήμως τουλάχιστον, δεν υπήρχε.46

Οι μετανάστες, κυρίως από την Αλβανία, εισέρχονται λοιπόν στο ελληνικό έδαφος σε συνθήκες απόλυτης εξαθλίωσης και ευτελισμού κάθε έννοιας της αξιοπρέπειάς τους. Απέναντι σε αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι κινούνται σε ένα νομικό κενό, η Ελληνική Αστυνομία ανασύρει από τη θεσμική της μνήμη πρακτικές που φαίνονταν να έχουν εκλείψει στις σχέσεις της με τον ελληνικό πληθυσμό  ή τουλάχιστον αντιμετωπίζονταν – και ως ένα βαθμό ήταν, πράγματι – «μεμονωμένα περιστατικά»: ωμούς βασανισμούς και επαναπροωθήσεις στα δύσβατα μονοπάτια και βουνά της ελληνοαλβανικής μεθορίου, ακόμη και με πυροβολισμούς που οδηγούν σε δολοφονίες. Εδώ όμως χρειάζεται προσοχή. Τα περιστατικά αυτά, τα οποία δεν ήταν απλώς «μεμονωμένα», δεν μπορούν μηχανιστικά και συλλήβδην να ενταχθούν σε κάποιο σχήμα ιδεολογικής ερμηνείας της κοινωνίας και του συστήματος που παραπέμπει στα ακροδεξιά του πολιτικού φάσματος. Αποτελούν περισσότερο ενδείξεις επιβίωσης της κλασικής αντίληψης ατιμωρησίας και αυταρχισμού που ανέκαθεν ενδημούσε  στην Ελληνική Αστυνομία, η οποία βεβαίως λειτουργεί ολοένα και πιο επιθετικά, όταν λαμβάνει από την πολιτική ηγεσία το μήνυμα ότι αυτός ο αυταρχισμός είναι εγγενώς επιθυμητό τμήμα του job description. Ωστόσο, βασικό συστατικό της νέας Ακροδεξιάς των ημερών μας είναι η ιδεολογική δεξίωση του μετανάστη ως «εισβολέα». Απέναντι στους νομικά αόρατους «εισβολείς» (ορατότατους, ωστόσο, για τη μαύρη αγορά εργασίας), η Ελληνική Αστυνομία επανεθίζεται στις πιο ευτελείς πρακτικές απαξίωσης της ανθρώπινης προσωπικότητας, χωρίς την παραμικρή αίσθηση ευθύνης και λογοδοσίας. Υπό το καθεστώς αυτής της ιδιότυπης εν λευκώ ανάθεσης της διαχείρισης του μεταναστευτικού, οι αστυνομικοί αντιλαμβάνονται την αποστολή τους ως το έργο ολικής ανάσχεσης ενός πληθυσμού χωρίς δικαιώματα. Ο βασικός κορμός του μηχανισμού πολιτικής κεφαλαιοποίησης και ιδεολογικής συγκρότησης ενός ενσυνείδητου ακροδεξιού πόλου έχει πλέον δημιουργηθεί στα σώματα ασφαλείας.

…και ένας παλιός σύμμαχος: οι «αγανακτισμένοι πολίτες»

«Εμπιστεύομαι την Ελληνική Αστυνομία. Εσείς είστε το κράτος», έλεγε απευθυνόμενος  στους αστυνομικούς ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, λίγο καιρό πριν ξεκινήσει τη μοναδική του θητεία ως πρωθυπουργός,  το καλοκαίρι του 1990. Κάποια χρόνια αργότερα, το 2007, συνεχιστής αυτής της παράδοσης, ο υπουργός Δημόσιας Τάξης Βύρων Πολύδωρας, ο οποίος είχε χρηματίσει και κυβερνητικός εκπρόσωπος  της κυβέρνησης Μητσοτάκη, αποκαλεί «πραίτορες της πόλης» τους αστυνομικούς, κολακεύει τα MAT, ενώ διστάζει να αποκηρύξει δημοσίως ακόμα και ακραία περιστατικά, όπως η χρήση σιδερογροθιάς  από τις δυνάμεις καταστολής. Για να γυρίσουμε στην κυβέρνηση Μητσοτάκη, το 1992, στο πλαίσιο μιας από τις μετωπικές αναμετρήσεις με τους εργαζόμενους  των αστικών λεωφορείων, έτερος υπουργός Δημόσιας Τάξης, ο Θόδωρος Αναγνωστόπουλος, είχε διατάξει «να μην φέρουν  οι άνδρες  των ΜΑΤ διακριτικά, για να μην αποδυναμώνεται η αυτοπεποίθησή τους στη δουλειά που πρέπει να κάνουν».

Ανατρέχοντας κανείς σήμερα στην πολυτάραχη τριετία 1990-1993, διαπιστώνει ότι η κυβέρνηση Μητσοτάκη, αν και μάλλον απέτυχε όσον αφορά τη δίωξη του οργανωμένου εγκλήματος που τότε αρχίζει πλέον να συγκροτείται στην Ελλάδα, αρίστευσε στις εξετάσεις αυταρχισμού, προκειμένου  να καταστείλει το κίνημα των καταλήψεων, τις απεργίες και τα συλλαλητήρια που σάρωναν τη χώρα. Στην Αθήνα, ειδικότερα, τα χρόνια εκείνα εδραιώνεται ένας νέος τύπος αγαστής συνεργασίας της Ελληνικής Αστυνομίας με την κατηγορία των λεγόμενων «αγανακτισμένων πολιτών». Ο  όρος «αγανακτισμένος» είχε λοιπόν για τα καλά εισέλθει στο πολιτικό λεξιλόγιο, με ριζικά διαφορετικό περιεχόμενο όμως, πολύ πριν από την εμφάνιση του κινήματος των Ισπανών Indignados και των Αγανακτισμένων της μνημονιακής εποχής, στην πλατεία Συντάγματος. H συνεργασία αυτή μεταξύ «αγανακτισμένων πολιτών» και αστυνομίας, αν τη δει κανείς στην ιστορική της συνέχεια, αποτέλεσε την αρχή της επανασύνδεσης  τμημάτων των ελληνικών σωμάτων ασφαλείας με αυτό που κάποτε ονομάστηκε «παρακράτος», καθώς και προανάκρουσμα της ανοχής –ή ακόμα και συνέργειας– ενώπιον της εφόρμησης της Χρυσής Αυγής. Έγκριτος δημοσιογράφος και δοκιμιογράφος γράφει το 2010 στην Καθημερινή:

«Τους έχουμε δει, αμέτρητες φορές, να αναλαμβάνουν υπηρεσία σαν «αγανακτισμένοι πολίτες» και να δίνουν χείρα βοηθείας στους αστυνομικούς, με τους οποίους δείχνουν να έχουν άριστες σχέσεις, γι’ αυτό άλλωστε και δεν κρύβουν το πρόσωπό  τους, αφού δεν έχουν να φοβηθούν τίποτα. Και επί Νέας Δημοκρατίας συνέβαινε αυτό και τώρα, επί ΠΑΣΟΚ, δεδομένου  ότι οι κυβερνήσεις πέφτουνε  μα οι αγάπες μένουν. Με ρόπαλα και αλυσίδες, και με τις γροθιές τους ενισχυμένες με ποικίλα σιδερικά, αναλαμβάνουν με πατριωτικό ενθουσιασμό το σωφρονιστικό τους έργο, όποιον διαμαρτυρόμενο  ανθέλληνα κι αν έχουν απέναντί τους, αριστερό, αντιεξουσιαστή, αντιρατσιστή. Τώρα λοιπόν τους βλέπουμε αυτούς τους νεοναζιστές και νεοφασίστες να σχηματίζουν ημιστρατιωτικές ομάδες κρούσης και, αντί να περιμένουν να δράσουν από κοινού με τις δυνάμεις ασφαλείας (α, και προστασίας του πολίτη, σύμφωνα με τον μέχρις εμπαιγμού ευφάνταστο πασοκικό νεολογισμό), να τις προλαβαίνουν, να τις υποκαθιστούν ή να τις υπερφαλαγγίζουν. Το απεχθές  έργο έχει ήδη ανέβει (με αιματηρά αποτελέσματα, αλλά δίχως να συγκινήσει την κοιμωμένη πολιτεία και μέγα τμήμα της τηλεκαθοδηγούμενης  κοινωνίας) στους Αμπελοκήπους, στον Νέο Κόσμο και βέβαια στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα, όπου βρέθηκε στο στόχαστρό  τους ακόμα και ο ιερέας, όντως χριστιανός, εν αντιθέσει με τους χριστιανώνυμους διώκτες του».

Στα τέλη του 1990, οι μαθητές, και στη συνέχεια οι φοιτητές, ξεσηκώθηκαν ενάντια στο πολυνομοσχέδιο που δρομολογούσε το Υπουργείο Παιδείας. H αντίδραση μαθητών και φοιτητών εκφράστηκε με εκτεταμένες  καταλήψεις σχολείων και πανεπιστημίων, καθώς και με μαζικές διαδηλώσεις. Στον ταραγμένο χειμώνα του

1990-91, η κυβέρνηση, για την αντιμετώπιση του κινήματος αυτού, δεν είχε επιστρατεύσει μόνο την ένστολη καταστολή. Τις μαθητικές καταλήψεις είχαν κληθεί να διαλύσουν οι αγανακτισμένοι πολίτες, που λειτουργούσαν ως «μακρά χειρ» ενός κράτους που ολίσθαινε ξανά σε έναν αυταρχισμό ο οποίος του είναι παραδοσιακά οικείος – ας μην ξεχνάμε πως βρισκόμαστε μόλις δεκαπέντε χρό- νια μετά το τέλος της Χούντας. Οι «αγανακτισμένοι πολίτες» υπήρξαν ο κατεξοχήν σύμμαχος των σωμάτων ασφαλείας στη διαδικασίας της καταστολής· ένας σύμμαχος που επανασυστήνει και αναζωογονεί τις υπόγειες διαδρομές  μεταξύ αστυνομίας και ομάδων του υποκόσμου, παραπέμποντας σε ιστορικά οικείες εικόνες προηγουμένων δεκαετιών.

Εν κατακλείδι, η ένταση και η διάρκεια της κοινωνικής διαμαρτυρίας στη σύγχρονη Ελλάδα οξύνει την ούτως ή άλλως ιστορικά βεβαρυμένη σχέση της Ελληνικής Αστυνομίας με τα ριζοσπαστικά τμήματα, κυρίως της ελληνικής νεολαίας, αλλά και ευρύτερες  πληθυσμιακές μερίδες  στα χρόνια της κρίσης, καθώς και τα αμέσως προηγούμενα. Κομβικό σημείο σε αυτή την εξέλιξη είναι ο Δεκέμβρης του 2008. Η δολοφονία του δεκαπεντάχρονου  από τον ειδικό φρουρό,  βυθίζοντας την Αθήνα σε μια πρωτόγνωρη για καιρό ειρήνης συνθήκη βίας, βυθίζει ταυτόχρονα ολοένα και περισσότερο τα χαμηλόβαθμα στελέχη της Ελληνικής Αστυνομίας, και κυρίως των ΜΑΤ που βρίσκονται αντιμέτωπα με τους διαδηλωτές, σε μια νοοτροπία αντίπαλης συμμορίας. Η αντιπαλότητα αυτή, βέβαια, ψάχνει και ιδεολογική διέξοδο που δεν είναι δύσκολο να βρεθεί. Έτσι, λίγο αργότερα, τα ειδικά σώματα όπως οι ομάδες ΔΕΛΤΑ (οι οποίες συγκροτούνται από τους ειδικούς φρουρούς, οι οποίοι με τη σειρά τους προέρχονται  από ειδικές στρατιωτικές μονάδες, χωρίς πρότερη εκπαίδευση αλλά ούτε μια καλώς νοούμενη αστυνομική κοινωνικοποίηση), αγκιστρώνονται, μαζί με τα ΜΑΤ, στην ακροδεξιά ιδεολογία. Η εκλογική εδραίωση της Χρυσής Αυγής, που ξεκινάει μετά τις δημοτικές εκλογές του 2010, δίνει πλέον σάρκα και οστά σε αυτή την «εκλεκτική συγγένεια» που έχει ήδη σφυρηλατηθεί.

geniusloci2017.wordpress.com/