Ζωή κομμένη στα δυο

Της Μαριάννας Τζιαντζή

Έρχονται στιγμές που η ζωή κόβεται στα δύο. Εννοώ τη ζωή των πολλών, εννοώ τις ιστορικές στιγμές που η μεγάλη Ιστορία και όχι οι προσωπικές μας ιστορίες, κόβεται, χωρίζεται σε ένα «πριν» και ένα «μετά».

Στιγμές σημαδιακές, όπως η δολοφονία του αρχιδούκα Φερδινάρδου που σηματοδότησε την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου, όπως η Οκτωβριανή Επανάσταση, όπως η εισβολή της χιτλερικής Γερμανίας στην Πολωνία, όπως το «νόμιμο» και ατιμώρητο έγκλημα της Χιροσίμα, όπως η σκοταδιστική επίθεση στους Δίδυμους Πύργους και ο παγκόσμιος πόλεμος κατά της τρομοκρατίας που κήρυξε ο Μπους και τώρα η πανδημία του Covid.

Μερικές φορές η στιγμή της τομής δεν είναι ευκρινής, όμως ο διαχωρισμός της ζωής των ανθρώπων σε ένα πριν και ένα μετά είναι σαφέστατος. Η τομή μπορεί να κυοφορείται για κάποιο χρονικό διάστημα, να έχουν προηγηθεί κρίσιμες μικρές τομές που οδηγούσαν σ’ αυτήν. Το σίγουρο όμως είναι ότι η ζωή αλλάζει, ότι οι παλιές βεβαιότητες καταρρέουν και οι παλιοί μας τρόποι, οι παλιές μας συνήθειες, τα παλιά τραγούδια, τα παλιά συνθήματα δύσκολα βρίσκουν τη θέση τους στη νέα πραγματικότητα.

Κάποτε ακούγαμε για «προπολεμικά» σπίτια, για προπολεμικές ιστορίες. Ακούγαμε για προδικτατορικές και μεταδικτατορικές καταστάσεις. Σήμερα που οι μνήμες και του πολέμου και της χούντας έχουν θαμπώσει, οι περισσότεροι θυμούνται την προ του κορονοϊού εποχή και κάποιοι σίγουρα θυμούνται τις μεγάλες πρωτομαγιάτικες συγκεντρώσεις της μεταπολίτευσης. Όταν το ποίημα Εργάτης του Κωστή Παλαμά ήταν απαραίτητο συστατικό της εκδήλωσης, ενώ πολλοί τυχεροί είχαν ακούσει, μέσα στον πανηγυρικό συνωστισμό, τον Γιάννη Ρίτσο να απαγγέλλει από την εξέδρα, μπροστά από το κτίριο της ΓΣΕΕ, το ποίημα του, Ειρήνη. Τότε που οι παλιοί αγωνιστές, γεροντάκια πια, κατέβαιναν στη συγκέντρωση, φορώντας το καλό τους κουστούμι και με ένα κόκκινο γαρίφαλο στο πέτο.

Παράξενη ήταν η φετινή Πρωτομαγιά, σαν τους στίχους του Γκάτσου στο τραγούδι του Μάνου Χατζιδάκι: «Παράξενη Πρωτομαγιά/ μ’ αγκάθια πλέκουν σήμερα στεφά-νια/ ήρθ’ ο καιρός του έχε γεια/ τι να την κάνεις πια την περηφάνια». Πριν από περίπου ενάμιση αιώνα, πρώτη η εργατική τάξη του Σικάγου μάτωσε για το οκτάωρο, όμως σήμερα οι εργαζόμενοι θα αναγκαστούν να φορέσουν το αγκάθινο στεφάνι της δεκάωρης εργασίας, χωρίς αυτή να λογίζεται σαν υπερωρία. Αντίθετα, μας λένε ότι πρέπει να είμαστε ευχαριστημένοι όσο έχουμε δουλειά, έστω και με βάρβαρους ελαστικούς όρους. Δεν είμαστε ελεύθεροι στις περισσότερες εκδηλώσεις της ζωής μας, είμαστε όμως ελεύθεροι να φοράμε μάσκες με ό,τι σχέδιο θέλουμε, με λουλουδάκια, αστεράκια, σφυροδρεπανάκια, με την ελληνική σημαία ή το σήμα του Ολυμπιακού ή του Παναθηναϊκού. Είμαστε ελεύθεροι εντός των τειχών του σπιτιού μας ή μέσα στα λίγα κυβικά μέτρα του ΙΧ αυτοκινήτου μας αλλά όχι οπουδήποτε αλλού. Ούτε καν οι Μοιραίοι του Βάρναλη δεν είναι ελεύθεροι να πιουν, να βλαστημήσουν, να καπνίσουν και να στριμωχτούν «μες στην υπόγεια την ταβέρνα» και καμία λατέρνα δεν θ’ ακούσουν να στριγγλίζει. Ο καθένας μας «μοιραίος» και μοναχικός στα κυβικά του.

Το πιο βαρύ «μετά» δεν θα είναι η κουτσουρεμένη καθημερινότητα που θα επανέλθει με την ύφεση της επιδημίας. Θα είναι οι τραυματισμένες εργασιακές σχέσεις, η επιδιωκόμενη (από τους κρατούντες) κατάρρευση των κατακτήσεων που αποκτήθηκαν με αγώνες, θυσίες και αίμα. Σήμερα πολλοί τηλε-εργαζόμενοι βρικολακιάζουν, δουλεύουν μέχρι αργά το βράδυ, καθώς καταργούνται τα φράγματα μεταξύ ιδιωτικού και επαγγελματικού βίου. Το παλιό «από ήλιο σε ήλιο» των αγροτών έχει πια γίνει «από ήλιο και όσο αντέχεις». Η καθιέρωση χρονικών ορίων στην τηλεργασία, το λεγόμενο «δικαίωμα στην αποσύνδεση», είναι μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για τη σύγχρονη εργατική τάξη — και το ίδιο ισχύει και για τη μάχη ενάντια στο 10ωρο.

Σίγουρα το «πριν» δεν ήταν ειδυλλιακό, όμως το «μετά» που μας ετοιμάζουν είναι εφιαλτικό.

Ο κόσμος της εργασίας έχει ανάγκη, σήμερα όσο ποτέ, μια επιτυχία, μια νίκη, έστω μικρή και μερική.

Κάτι, ώστε να ξαναβρεί την περηφάνια, την ορμή, την αυτοπεποίθηση των περασμένων καιρών. Κάποια από τα πιο σκοτεινά, από τα πιο εξωφρενικά σχέδια της κυβέρνησης να ματαιωθούν και όχι απλώς να δοθεί κάποιο τάχα γενναιόδωρο επίδομα φτώχειας.

Και να ‘ταν μόνο η φετινή Πρωτομαγιά παράξενη. Διεστραμμένα παράξενη προβάλλει η μετά τον Covid ζωή μας, καθώς μήνες τώρα μας εκπαιδεύουν να ζούμε με τον φόβο του πλησίον. Το φυσιολογικό -η ανθρώπινη επαφή- βαφτίζεται συνωστισμός και δείγμα ανευθυνότητας και οι κοινωνικές σχέσεις θα ακολουθήσουν καινούριες, πιο εγωκεντρικές και οικογενειο-κεντρικές διαδρομές. Πώς, λοιπόν, να αγωνιστούμε για ένα «τώρα» και για ένα «μετά» όχι όμοιο αλλά καλύτερο από το «πριν»;

ΠΡΙΝ