«– Αντέχει μωρέ ακόμη το σπίτι; Ακούς δέκα παλιόπαιδα να μας ρεζιλέψουν έτσι…» – Η θυσία των 10 ηρώων ΕΠΟΝιτών, στο «κάστρο» της οδού Μπιζανίου 10 στην Καλλιθέα

24 Ιούλη 1944… Κυκλωμένοι στο σπίτι με τον αριθμό 10 της οδού Μπιζανίου, στην Καλλιθέα, βαλλόμενοι από παντού θα πέσουν ηρωικά, τραγουδώντας τον εθνικό ύμνο, αφού ρίξουν και την προτελευταία τους σφαίρα. Την τελευταία την κράτησαν για τον εαυτό τους…

Αρματωμένα γύρω μας κάθε λογής φουσάτα
και δέκα μόνο εμείς παιδιά σε χάνι νέας Γραβιάς
μ’ ανεμισμένο φλάμπουρα τ’ ατίμητά μας νιάτα
σύραμε το λεβέντικο χορό της λεφτεριάς
κι αφού τριγύρω εστρώσαμε τη γη μ’ οχτρών κουφάρια
μ’ ένα τραγούδι αφήσαμε την ύστερη πνοή.
Διαβάτη δος το μήνυμα: σα γνήσια παλληκάρια
για την Ελλάδα πέσαμε κι οι δέκα εδώ νεκροί”

Σοφία Μαυροειδή Παπαδάκη

Στις 23 Ιούλη του 1944 το μηχανοκίνητο τμήμα του Μπουραντά ενισχυμένο και με ισχυρές δυνάμεις ταγματασφαλιτών ενήργησε επιδρομή στην Καλλιθέα της Αττικής. Την επιδρομή αντιμετώπισαν αποτελεσματικά δυνάμεις του 1ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ Αθήνας, προξενώντας στους επιδρομείς σοβαρές απώλειες.

Το σπίτι-κάστρο της λευτεριάς στην οδό Μπιζανίου 10 στην Καλλιθέα

Την άλλη μέρα 1.000 Γερμανοί, άνδρες των Ταγμάτων Ασφαλείας, της Ειδικής και της Χωροφυλακής κύκλωσαν από τα χαράματα την Καλλιθέα και τους γύρω συνοικισμούς για να πιάσουν ομήρους. Τα τμήματα του ΕΛΑΣ πήραν θέση μάχης και κάλεσαν το λαό σε συναγερμό. Σε λίγο ειδοποιήθηκαν και κατέφθασαν τμήματα του ΕΛΑΣ από τα Πετράλωνα, τα Σφαγεία, το Παγκράτι, τη Ν. Σμύρνη, το Δουργούτι, ακόμη κι από την Κοκκινιά σε βοήθεια της Καλλιθέας.

Χαρακτικό στη μνήμη των ηρώων της οδού Μπιζανίου 10 στην Καλλιθέα

Ο εχθρός χτυπιέται αιφνιδιαστικά σε κάθε γωνιά του δρόμο δέκα 10 ΕΠΟΝίτες – ΕΛΑΣίτες. Ο εχθρός έχει κυκλώσει το σπίτι και βάλει με όλμους και βαρύ οπλισμό. Το σπίτι – κάστρο ερειπώνεται από τις σφαίρες και τα βλήματα. Τα παλικάρια του ΕΛΑΣ επί πέντε ώρες απέκρουσαν τις επιθέσεις των Γερμανών και των ντόπιων συνεργατών τους, απορρίπτοντας προτάσεις να παραδοθούν. Η απάντησή τους είναι: «Ο ΕΛΑΣ δεν παραδίδεται ποτέ». Οι επιδρομείς έχουν πάνω από 50 νεκρούς και τραυματίες. Οι υπερασπιστές ΕΛΑΣίτες, ο ένας μετά τον άλλον, πέφτουν νεκροί. Κι όταν εξαντλήθηκαν τα πυρομαχικά τους, ακούγεται ο Εθνικός Ύμνος: …«Χαίρε ώ χαίρε λευτεριά!» και σε λίγο πέντε πυροβολισμοί. Ήταν οι τελευταίες σφαίρες των τελευταίων πέντε ηρώων μαχητών, που δεν δέχτηκαν να πέσουν ζωντανοί στα χέρια του βρομερού εχθρού. Έπεσαν στο πεδίο της τιμής και οι δέκα ΕΛΑΣίτες.

Την επομένη πάνω από 3.000 λαού πήραν μέρος στη κηδεία των ηρώων της οδού Μπιζανίου. Ο κόσμος, που στην πορεία πολλαπλασιάστηκε, στάθηκε γονατιστός και έψαλλε το πένθιμο εμβατήριο.

Μαρμάρινη πλάκα με τα ονόματα των νεκρών ηρώων, έξω από το σπίτι-κάστρο της οδού 10 στην Καλλιθέα

Το βράδυ, στο σπίτι – κάστρο της οδού Μπιζανίου 10 στην Καλλιθέα γίνεται λαϊκό προσκύνημα. Στους τοίχους του σκαλίζονται τα ονόματα των ηρώων που έπεσαν στη μάχη:

ΙΩΑΚΕΙΜΙΔΗΣ ΓΙΑΝΝΗΣ. 17 χρόνων.
ΑΛΕΞΙΟΥ ΘΑΝΑΣΗΣ (ψευδ. Πατάτας). Εργάτης. Ποδοσφαιριστής της ομάδας ΘΗΣΕΥΣ». Μέλος τον ΚΚΕ.
ΓΑΛΙΑΤΣΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. 19 χρόνων.
ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ. 19 χρόνων. Κάτοικος Χαροκόπου (Δημοσθένους 79) Καλλιθέας Αττικής.
ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ ΙΟΡΔΑΝΗΣ. 20χρόνων.
ΒΙΤΖΕΝΤΖΟΣ ή ΒΟΥΤΖΕΝΤΖΟΣ ΣΤΕΛΙΟΣ. 20 χρόνων. Από τη συνοικία Χαροκόπου (Ευαγγελίστριας 10Β) Καλλιθέας Αττικής.
ΓΥΜΝΟΠΟΥΛΟΣ ΓΙΩΡΓΟΣ του Γιάννη (ψευδ. Ταύρος). 21 χρόνων. Από το συνοικισμό Νέων Σφαγείων (Σκρα 7 αριθ. 16) Ταύρου Αττικής. Υπάρχει πληροφορία ότι τον δολοφόνησε ο χίτης Παπαλέξης.
ΜΥΡΙΔΙΝΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ. 25 χρόνων.
ΛΙΓΝΟΠΟΥΛΟΣ ΠΑΥΛΟΣ
ΧΑΤΖΗΠΟΥΛΗΜΕΝΟΣ ΣΠΥΡΟΣ. 17χρόνων. Σημειώνουμε την περίπτωσή του, για το πώς αντιμετώπισε το μεταβαρκιζιανό καθεστώς την Εθνική Αντίσταση και την αίτηση – αναφορά των οικείων του αριθ. 239Φ64 της 29-6-45 για συνταξιοδότηση. Απορρίφθηκε με το αιτιολογικό: «εφονεύθη εν τη μάχη μεταξύ των ανδρών του ΕΛΑΣ εις ον ανήκε και Ελλήνων αστυνομικών και Γερμανών στρατιωτών μάχη ην αυτός και οι ομοϊδάτες του επροκάλεσαν…», ούτω «ο θάνατός του οφείλεται εις βαρύ πταίσμα τούτου…».! (Υπογράμμιση δική μας).

Στη μάχη αυτή, στο γύρο χώρο, έπεσαν και οι:

ΜΩΥΣΙΔΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ. 19 χρόνων.
ΚΑΣΟΤΑΚΗΣ ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ (ψευδ. ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΡΗΤΙΚΟΣ). Από το Καλάμι Βιάννου Κρήτης.
ΜΑΡΙΟΣ (αγνώστων άλλων στοιχείων). Διμοιρίτης. Σκοτώθηκε μέσα στην εκκλησία, ύστερα από προδοσία του παπα-Στίνη.
ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΣ Ι. 14 χρόνων.

Ακολουθεί ένα όχι πολύ γνωστό κείμενο – μαρτυρία της ποιήτριας της Εθνικής Αντίστασης Σοφίας Μαυροειδή – Παπαδάκη, της φλογερής ΕΠΟΝίτισσας –τότε, με το ψευδώνυμο Κλειώ–, από το περιοδικό της ΠΕΑΕΑ-ΔΣΕ «Εθνική Αντίσταση». Η Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη πήρε μέρος ενεργά στην Αντίσταση και πολλά ποιήματά της έγιναν τραγούδι στα χείλη του λαού μας. Μεταξύ άλλων είχε σημαντική συμβολή στον πολιτιστικό-μορφωτικό τομέα της ΕΠΟΝ και το σπίτι της στην οδό Ηρακλέους στην Καλλιθέα (εκεί όπου έγραψε και τον ύμνο του ΕΛΑΣ) ήταν ανοιχτό σε κάθε αδούλωτη ψυχή που μαχόταν για τη λευτεριά.

«Και στα σκολειά θα φουρτουνιάζουν των παιδιών τα στήθη σαν αρχινά ο δάσκαλος: Της Καλλιθέας η μάχη…».

Της Καλλιθέας τη μάχη! Αν τύχει νάναι απ’ τη γενιά μας ο δάσκαλος, ίσως, να μπορέσει να τη διηγηθεί με τη ζωντάνια που πρέπει. Γιατί η Ιστορία δε γράφεται με την πένα. Τη γράφει το αίμα, η αυτοθυσία και μόνο όσοι τη ζήσαν μπορούνε να την εξιστορήσουν. Αργότερα, σα θ’ αναδιφά τα χαρτιά ο ιστορικός, η μνήμη θα ’χει, πια, χάσει τη θέρμη της. Γι’ αυτό τώρα, ναι τώρα, πρέπει να γράφουμε τις ιστορίες. Για να κρατήσουν τη φλόγα που τις έχει γεννήσει. Εμείς που τα ζήσαμε τα ηρωικά τούτα χρόνια έχουμε κάποιο ιερό χρέος γι’ αυτό.

Δευτέρα ξημέρωμα. 24 Ιουλίου. Η Καλλιθέα είναι ανάστατη. Ξυπνημένοι μέσ’ στα χαράματα απ’ το ξαφνικό ξέσπασμα της μάχης, στριφογυρίζουμε μέσα στα σπίτια. Κάπου κάπου, ανάμεσα από τους όλμους και τις χειροβομβίδες ακούγεται απειλητική η φωνή των τσολιάδων.

«- Τους άτιμους! Μας φάγανε τον Κατσίδη! Πάει κι’ ο Μήτσος κι’ ο Γιάννης…

– Αντέχει μωρέ, ακόμη το σπίτι;

– Αντέχει, λέει! Φρούριο γίνηκε το καταραμένο! Πέντε ώρες τώρα χτυπιέται αλύπητα και δεν παραδίνεται. Στρωμένοι είναι οι δρόμοι από τσολιάδες και χωροφυλάκους. Ακούς δέκα παλιόπαιδα να μας ρεζιλέψουν έτσι.

– Μα σάμπως είναι μόνο το σπίτι; Σε κάθε γωνιά κι ένα μετερίζι… Έχουνε έρθει φαίνεται ελασίτες κι από το Βύρωνα κι’ από τα Σφαγεία…»

Ύστερα πάλι σιγή.

Η μάχη έχει απ’ ώρα κοπάσει. Οι δρόμοι ξαναγεμίζουν σιγά σιγά κόσμο. Κι’ όλοι τρέχουν για την οδό Μπιζανίου. Μια είδηση μεταδίδεται από στόμα σε στόμα. «Αυτοκτόνησαν, μα δεν παραδόθηκαν! Πάμε να το διαπιστώσουμε πως εδώ στη μικρή Καλλιθέα μας γίνηκε αυτό το μεγάλο πράμα. Δεν ξέρουμε ακόμη αν φύγαν οι γκεσταπίτες κι’ οι Γερμανοί. Μα δε φοβούμαστε πια. Η ψυχή μας φούντωσε από τη φλόγα των δέκα παλληκαριών.

Ο λαϊκός καλλιτέχνης θρηνεί και τιμά τη θυσία των δέκα ηρώων ΕΠΟΝιτών, στο «κάστρο» της οδού Μπιζανίου 10 στην Καλλιθέα

Προσκύνημα έχει γίνει το σπίτι. Όλη η Καλλιθέα μαζεύτηκε κει. Συντρίμμια οι πόρτες και τα παράθυρα. Κόσκινο απ’ τις σφαίρες οι τοίχοι.

Τα ηρωικά κορμιά τάχουν σηκώσει. Μα το πάτωμα είναι πλημμυρισμένο από αίμα. Ένα προδοτικό δάχτυλο χάραξε μ’ αυτό αγκυλωτούς σταυρούς γύρω στους τοίχους.

Κανείς δεν μιλεί στην αρχή. Μα λίγο λίγο η αγανάκτηση, ο θαυμασμός, η κατάπληξη γίνονται λόγια. Οι γειτόνοι που παρακολούθησαν πίσω απ’ τις γρίλιες τη γίγαντα-μάχη δεν έχουν σταματημό. Μια λεπτομέρεια ο ένας, ένα όνομα ο άλλος, ο τρίτος κάποια συμπλήρωση. Κι’ η ιστορία φωτίζεται λίγο λίγο.

Να η ιστορία.

«Μια δεκαπενταριά επαναστάτες κοιμόντουσαν κείνο το βράδυ στον κήπο ενός σχολειού δίπλα. Άξαφνα ο σκοπός σάλπισε κίνδυνο. Το στέκι είχε κυκλωθεί. Τα παιδιά πολέμησαν λιονταρίσια. Μερικά ξέφυγαν. Δυο πιαστήκαν και τουφεκίστηκαν κει στον τόπο. Δέκα πρόφτασαν και μπήκαν σ’ αυτό το σπίτι. Δυο χήρες και τρία παιδιά που το κατοικούσαν απόμειναν άφωνες απ’ το φόβο. Πέντε ώρες πολέμησαν δίχως ανάσα τα παλληκάρια. Άπαρτο κάστρο γίνηκε το σπίτι. Όλμοι, πολυβόλα, χειροβομβίδες χτυπούσαν αλύπητα από τις γύρω ταράτσες. Βροχή τα βλήματα γκρέμιζαν τους τοίχους. Οι γκεσταπίτες και οι λογής προδότες που τόχαν κυκλώσει σωριάζονταν όλο και περισσότεροι γύρω του. Και πήραν τα τηλέφωνα και κάλεσαν τους συμμάχους τους.

– Βοήθεια, χάνουμε τη μάχη.

Κι’ οι Γερμανοί κατεβήκαν.

– Παραδοθήτε, φώναζαν τότε στους δέκα λεβέντες. Ελπίδα δεν έχετε.

Κατεβαίνουν οι Γερμανοί.

Μα τα παλληκάρια απάντησαν όλα με μια βοή.

– Ο Ε-ΛΑΣ ΔΕΝ ΠΑ-ΡΑ-ΔΙ-ΔΕ-ΤΑΙ ΠΟ-ΤΕ. ‘Ετσι, αργά, συλλαβιστά, δυο και τρεις φορές.

Φρύαξαν οι προδότες κι οι Γερμανοί πούχαν κατεβεί σε βοήθειά τους. Η μάχη φούντωσε. Τα κουφώματα πέφταν συντρίμμια, τράνταζε ο κόσμος. Μα το πολυβόλο μέσα από το παράθυρο θέριζε ακατάπαυτα. Άξαφνα φάνηκε μια πετσέτα σ’ ένα κοντάρι.

– Λευκή σημαία, φώναξαν με χαρά οι προδότες.

Παύσατε πύρ! θα παραδοθούν.

– Έχουμε δω δυο γυναίκες και τρία παιδιά. Πάρτε τους έξω. Θα πεθάνουν απ’ την τρομάρα. Και βγήκε η εκβιαστική απόφαση:

– Μόνο αν μας τους παραδώσει ένας από σας θα σωθούν. Αλλιώς θα πεθάνουν μαζί σας.

Τα παλληκάρια δέχτηκαν τη θυσία. Άλλο δε γινόταν. Ένας θάπρεπε να παραδοθεί.

Σ’ ένα λεπτό η θυσία είχε γίνει. Οι γυναίκες και τα παιδιά σώθηκαν κι’ ο ηρωικός Επονίτης τουφεκίστηκε κει, στον τόπο, ύστερα απ την επίμονη άρνησή του να μαρτυρήσει.

– Δεν μπορούσα να πιστέψω τ’ αυτιά μου, έλεγε ο δάσκαλος που καθόταν αντίκρυ. «Ναι ή όχι», του φώναζαν. «Όχι!», είπε, κοιτάζοντάς τους κατάματα.

Και τον σκότωσαν κει στον τόπο.

«Κάστρο δεν ήταν, μα άντεξε σαν κάστρο». Το σπίτι στην οδό Μπιζανίου 10 στην Καλλιθέα

Κείνη τη στιγμή, συμπλήρωσε άλλος γείτονας, ακούστηκαν απ’ το σπίτι τραγούδια. Τα παιδιά μ’ όλη τη δύναμη και τη φλόγα της ψυχής τους ψάλλαν τον Εθνικό Ύμνο. ‘Ύστερα ακούστηκαν μερικοί πυροβολισμοί… Τίποτε άλλο… Το σπίτι βυθίστηκε στη σιγή.

– Ετοιμάζουν έξοδο, φώναζαν οι πολιορκητές και ζητούσαν να βάλουν φωτιά στο σπίτι. Μια ομάδα σίμωσε λίγο – λίγο, δειλά κι’ είδε τα παλληκάρια να πλένε στο αίμα τους. Τις ύστερες σφαίρες τις φύλαξαν για τον εαυτό τους.

Βράδυ της ίδιας μέρας. Νύχτωσε πια, ένα καντηλάκι φέγγει στο περβάζι του παραθύρου. Στεφάνια παντού, ορθά στην ταράτσα, κρεμασμένα στους τοίχους. Ταινίες, ταμπέλες, χαρτιά! Μια γρηούλα τριγυρίζει κλαίοντας. Τα παιδιά ψαχουλεύουν τα χαρτιά και διαβάζουν. Οι οργανώσεις πάνε κι’ έρχονται και φέρνουν αφιερώματα. Οι ελασίτες ψάχνουν τους τοίχους να βρούνε λίγο χώρο ανάμεσα στις τρύπες να γράψουν δυο λόγια: «Κάστρο δεν ήταν, μα άντεξε σαν κάστρο». «Διαβάτη πες στους Έλληνες πως πέσαμε για την πατρίδα». Ο κόσμος περνά και ρίχνει λουλούδια πάνω στα πηγμένα αίματα της αυλής.

Οι ψυχές είναι γεμάτες συγκίνηση. Τα μάτια δεν ξεκολλούν απ’ το σπίτι, που γίνηκε άξαφνα βωμός και προσκύνημα του λαού. Καλότυχο! Τη νύχτα τούτη, όπως γίνεται μια φορά στα χίλια χρόνια κατέβηκαν και το μοίραναν οι Μοίρες. Και μπήκε ολόισα στην αθανασία.

Αργότερα, η Καλλιθέα, η Αθήνα, ολάκερη η Ελλάδα είναι ελεύθερη πια! Τρισήμισυ μήνες πέρασαν από τότες. Στο πάνθεο του αγώνα πήραν με τη σειρά τους τη θέση τους οι ηρωικές γειτονιές. Ανάμεσά τους και η Καλλιθέα κρατά τη δική της τιμητική θέση. Και το σπιτάκι – κάστρο, στην οδό Μπιζανίου, δίπλα στ’ αδέρφι του το κάστρο, το σπιτάκι του Υμηττού, συναγωνίζεται το Κούγκι και τ’ Αρκάδι. Σ’ ένα λευκό μάρμαρο χαραγμένο γαλάζια ένα επίγραμμα τ’ ονομάζει καινούργιο χάνι της Γραβιάς. Δεν έχει, δεν μπορεί νάχει ιδιοχτήτη πια. Ανήκει στην Ελλάδα, θα γίνει μουσείο. Και τα ηρωικά παλληκάρια, τα 10 παλληκάρια, που τ’ απαθανάτισαν, ένας αστερισμός από δέκα λαμπρά αστέρια, θα στολίζουν πάντα την Ιστορία».

(*Τα ιστορικά στοιχεία από την έκδοση ”Έπεσαν για τη ζωή” , της ΚΕ του ΚΚΕ)

Κατιούσα