Το οχλοκρατικό λιντσάρισμα του Ζακ συνεχίζεται και πέρα από το θάνατο

Κάποιος βαδίζει αμέριμνος σ’ ένα δρόμο. Μπορεί το δίχως άλλο να είμαι εγώ, εσύ,  ο άλλος, ο οποιοσδήποτε άλλος. Μπαίνει σ’ ένα τυχαίο μαγαζί, και πριν προλάβει  να καταλάβει ότι ο ιδιοκτήτης λείπει, η πόρτα πίσω του αυτόματα θα κλείσει.

Το αφεντικό έχει πεταχτεί για λίγο έξω, αλλά δεν κλειδώνει το μαγαζί. Για το χρόνο που θα λείψει, έχει φροντίσει απλώς …να εγκλωβίσει, εισερχόμενους πελάτες στο μαγαζί…

Αν κάποιος απ’ αυτούς τους πελάτες, υποφέρει π.χ. από κλειστοφοβία, μια κρίση πανικού μπορεί να καταστήσει άθελα του τη συμπεριφορά του «ύποπτη», βίαιη, επιθετική ή …ληστρική και τότε ο παγιδευμένος άνθρωπος μας ( εγώ, ο άλλος ή εσύ), μπορεί και να μη βγει ποτέ ζωντανός, από εκείνο το μαγαζί, που μέσα στην πιο βαθιά οικονομική κρίση, έχει ανοιχτό …ξεχαστεί!

Γι’ αυτή την ολοφάνερη «παγίδα θανάτου» που στήθηκε και στρέφεται εναντίον του οποιουδήποτε πελάτη και μη, θα εισερχόταν στο μοιραίο μαγαζί, ο ιδιοκτήτης θα δικαζόταν μόνο για θανατηφόρα σωματική βλάβη και όχι για ανθρωποκτονία από δόλο.  Σε μια τέτοια περίπτωση η ταύτιση των θεσμικών οργάνων της Δικαιοσύνης με τον παρανοϊκό δολοφόνο θα ήταν εξόφθαλμη και  άκρως αποκαλυπτική.

Αυτά όμως συμβαίνουν μόνο στη φαντασία, γιατί η πραγματικότητα είναι απείρως πιο τραγική κι οδυνηρή. Στην δολοφονία του Ζακ Κωστόπουλου, που σαν σήμερα έπεσε νεκρός το 2018, έξω από κοσμηματοπωλείο της οδού Γλάδστωνος, στο κέντρο της Αθήνας, ο συνεργός του κοσμητοπώλη, αλλά και τέσσερεις από τους αστυνομικούς που βιαιοπραγήσανε εναντίον του πολυτραυματία Ζακ, και του πέρασαν χειροπέδες ακόμα και νεκρού, θα καθίσουν στο σκαμνί με τις ίδιες «μετριοπαθείς» κατηγορίες. Ο διασώστης που όχι μόνο δεν πρόσφερε τις πρώτες βοήθειες, αλλά και φέρεται να κλωτσάει τον Ζακ στο κεφάλι, σύμφωνα με μαρτυρίες αυτοπτών, διώκεται μόνο πειθαρχικά.

Για τους δεκάδες περαστικούς που παρακολούθησαν απαθείς το έγκλημα, επέτρεψαν να διαπραχθεί, και ορισμένοι από δαύτους συμμετείχαν καταμαρτυρημένα στο ομαδικό λιντσάρισμα του Ζακ με προπηλακισμούς και λακτίσματα, δεν γίνεται ούτε λόγος!

Η κοινή γνώμη που επιδοκίμασε και χειροκρότησε το έγκλημα παρακολουθώντας το ως τηλεθεάτρια σε ρωμαϊκές αρένες, θα παραπεμφθεί να δικαστεί συνειδησιακά και θα στιγματιστεί ηθικά -μαζί με τα ΜΜΕ της αρεσκείας της-, στις ρωμαϊκές καλένδες.. 

Κι όμως πρόκειται για το μεγαλύτερο έγκλημα που έχει διαπραχθεί ποτέ, τουλάχιστον στα ελληνικά εγκληματολογικά χρονικά.  Πρόκειται για ένα πρωτοφανές ομαδικό λιντσάρισμα από κρατικά όργανα καταστολής και τυχαίους πολίτες, μια δημόσια δολοφονία  που στρέφεται κατά ενός αγνώστου, του οποιουδήποτε τυχαίου ανθρώπου βαδίζει αμέριμνος σ’ ένα δρόμο,  από τους  παρατυχόντες με τους οποίους συναντήθηκε. 

Ένα τέτοιο έγκλημα καταδεικνύει ότι όλοι μπορούμε εν δυνάμει να δολοφονηθούμε στα καλά καθούμενα, για μια άγνωστη ή ασήμαντη αιτία. Εσύ, εγώ, ο άλλος, ο οποιοσδήποτε άλλος…  Αρκεί να βρεθούμε στην κατάλληλη κατάσταση – περίσταση. Αποδεικνύει επίσης στατιστικά ότι και αρκετοί υπεράνω πάσης υποψίας μπορούμε να καταντήσουν δολοφόνοι, όπως αυτοί που συμμετείχαν στο λιντσάρισμα, το παρακολουθούσαν απαθείς ή δεν το παρεμπόδισαν. Αρκεί να έχουν επίσης βρεθεί στην κατάλληλη περίσταση-κατάσταση.

Ένα τέτοιο, όμως, φρικαλέο έγκλημα που έχει διαπραχθεί από ανθρώπους σε κρίση στην Ελλάδα της κρίσης, ξεσκεπάζει το επιβαρυμένο συλλογικό μας υποσυνείδητο στην εποχή των μνημονίων, την ψυχοπαθολογία μιας άρρωστης και αθεράπευτης πλέον κοινωνίας. Ένα έγκλημα που προανήγγειλε επίσης τις στυγερές δολοφονίες της Ελένης Τοπαλούδη, της Γαρυφαλλιάς, της Καρολάϊν…  

 Νίκος Μποτάκης – kommon